Η Μύτη 3

Μόνον ο διάβολος ξέρει τι είναι αυτό! Πού μπορώ να δείξω το πρόσωπό μου σε τέτοια αλλόκοτη κατάσταση; Κυκλοφορώ στους καλύτερους κύκλους και ακόμα και σήμερα με περιμένουν σε δυο σπίτια. Έχω πολλές γνωριμίες: τη σύζυγο του κρατικού συμβούλου Τσε κτάρεφ, την Ποντοτσίνα, σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου… αν και μετά απ’ αυτό το κατόρθωμά της δεν θα έχω πια καμία σχέση μαζί της, παρά μόνο με ενδιάμεσο την αστυνομία. Σας ικετεύω», εκλιπάρησε. «Δεν μπορεί να γίνει; Τότε κολλήστε την με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα κι αν δεν είναι πολύ σίγουρη, αρκεί να στέκεται. Θα μπορούσα ακόμη και να τη στηρίζω με το χέρι μου σε επικίνδυνες στιγμές. Θα πρέπει να προσθέσω ότι δεν χορεύω ποτέ κι έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να την ξεκολλήσω με κάποια απρόσεκτη κίνηση. Μπορείτε να είσαστε σίγουρος ότι θα εκφράσω σίγουρα την ευγνωμοσύνη μου για την επίσκεψή σας στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου…»

«Πιστέψτε με», είπε ο γιατρός με φωνή ούτε δυνατή ούτε χαμηλή, αλλά εξαιρετικά πειστική και ελκυστική, «ότι ποτέ δεν περιποιούμαι τους ανθρώπους από επιθυμία προσωπικού κέρδους. Αυτό είναι αντίθετο στον κώδικά μου και στην επιστήμη μου. Ομολογουμένως, δέχομαι αμοιβή για τις επισκέψεις μου, αλλά μόνο και μόνο για να μην προσβάλω τους ασθενείς μου με την άρνησή μου. Φυσικά θα μπορούσα να κολλήσω τη μύτη σας, αλλά σας διαβεβαιώνω στην τιμή μου, αν δεν δίνετε εμπιστοσύνη στο λόγο μου, ότι το αποτέλεσμα θα είναι πολύ χειρότερο. Θα ήταν καλύτερα να εμπιστευτείτε τη δράση της φύσης. Να πλένεστε συχνά με κρύο νερό και σας βεβαιώ ότι χωρίς μύτη θα είσαστε το ίδιο υγιής, όπως αν είχατε. Και σας συμβουλεύω να φυλάξετε τη μύτη σ’ ένα μπουκάλι με οινόπνευμα ή ακόμα καλύτερα να προσθέσετε δυο κουταλιές της σούπας πιπεράτη βότκα και ζεστό ξύδι και τότε θα μπορούσατε να πετύχετε λογική τιμή για αυτήν. Θα την έπαιρνα εγώ ο ίδιος, αν η τιμή σας δεν είναι πολύ ψηλή.»

«Όχι, όχι! Δεν θα την πουλήσω για οποιαδήποτε τιμή!» φώναξε απελπισμένος ο ταγματάρχης Κοβάλεφ, «καλύτερα να σαπίσει και να πέσει!»

«Λυπάμαι πολύ», είπε ο γιατρός υποκλινόμενος. «Το μόνο που ήθελα ήταν να σας εξυπηρετήσω… Λοιπόν, εδώ είμαστε! Πάντως δεν μπορείτε να πείτε ότι δεν προσπάθησα.»

Αφού είπε αυτά, ο γιατρός βαδίζοντας αγέρωχα βγήκε από το δωμάτιο με αξιοπρεπές ύφος. Ο Κοβάλεφ δεν είχε καν κοιτάξει το πρόσωπό του και, όπως ήταν σαν ναρκωμένος, το μόνο που πρόσεξε ήταν τα μανικέτια του πουκαμίσου του, λευκά και καθαρά σαν χιόνι, καθώς πρόβαλαν από τα μανίκια του μαύρου του φράκου.

Την επόμενη κιόλας μέρα, αποφάσισε, προτού καταθέσει επίσημη αγωγή, να γράψει στη σύζυγο του αξιωματικού του επιτελείου, ζητώντας της να συμφωνήσει φιλικά να του επιστρέψει αυτό που δικαιωματικά του ανήκε. Το γράμμα ήταν το ακόλουθο:

«Αγαπητή κυρία Αλεξάνδρα Γκριγκόριεβνα,

Μου είναι αδύνατο να κατανοήσω την παραξενιά της συμπεριφοράς σας. Μπορείτε να είσαστε σίγουρη ότι ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο δεν θα καταφέρετε να κερδίσετε τίποτα και δεν θα με υποχρεώσετε με κανένα τρόπο να παντρευτώ την κόρη σας. Πιστέψτε με, ξέρω στην εντέλεια όλη την ιστορία πίσω από τη μύτη μου, καθώς επίσης ότι εσείς και κανείς άλλος είσαστε η κύρια πρωταγωνίστρια σε αυτή την υπόθεση. Ο ξαφνικός αποχωρισμός της από τη θέση της, η φυγή της και η μεταμφίεσή της, αρχικά σε κυβερνητικό αξιωματούχο, στη συνέχεια στον ίδιο της τον εαυτό, δεν είναι παρά μόνο τα αποτελέσματα μαγικών πράξεων που διενεργήθηκαν από εσάς ή από εκείνους που ασχολούνται με παρομοίως εκλεπτυσμένες ασχολίες. Εκ μέρους μου το θεωρώ υποχρέωσή μου να σας προειδοποιήσω ότι αν η ως άνω αναφερομένη μύτη δεν επιστρέψει σήμερα στη θέση της, θα υποχρεωθώ να προσφύγω στην υποστήριξη και στην προστασία του νόμου.

Παρόλα αυτά, με το μεγαλύτερο σεβασμό, έχω την τιμή να είμαι ο ταπεινός σας υπηρέτης

Πλάτων Κοβάλεφ.»

«Αγαπητέ μου Πλάτων Κούζμιτς,

Το γράμμα σας με κατέπληξε υπερβολικά. Με κάθε ειλικρίνεια ήταν κάτι το εντελώς απρόσμενο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις εκ μέρους σας άδικες κατηγορίες. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ποτέ δεν δέχτηκα στο σπίτι μου τον αξιωματούχο τον οποίο αναφέρετε, ούτε μεταμφιεσμένο, ούτε με την πραγματική του όψη. Ομολογουμένως, ο Φίλιππος Ιβάνοβιτς Ποτάντσικοφ μας έχει επισκεφτεί. Και ενώ είναι αλήθεια ότι πράγματι ζήτησε το χέρι της κόρης μου και ο ίδιος είναι άνθρωπος καλού και σοβαρού χαρακτήρα και μεγάλης μόρφωσης, ποτέ δεν τον ενθάρρυνα κατά κανένα τρόπο. Αναφέρεστε επίσης σε κάποια μύτη. Αν μ’ αυτό θέλετε να πείτε ότι είμαι ψηλομύτα μαζί σας, δηλαδή ότι σας απορρίπτω άμεσα, τότε εκπλήσσομαι που εσείς ο ίδιος θέτετε ένα

τέτοιο ζήτημα, εφόσον, όπως γνωρίζετε, είχα εντελώς αντίθετη γνώμη και εάν επρόκειτο τώρα να ζητήσετε με τον νόμιμο τρόπο το χέρι της κόρης μου, θα ήμουν προετοιμασμένη χωρίς αναβολή να συμφωνήσω με το αίτημά σας, γιατί αυτό υπήρξε πάντοτε το αντικείμενο της ζωηρότερης επιθυμίας μου, στην οποία ελπίζοντας είμαι αιωνίως στην υπηρεσία σας,

Αλεξάνδρα Ποντότσινα.»

«Όχι», είπε ο Κοβάλεφ, αφήνοντας το γράμμα. «Οριστικά δεν είναι ένοχη. Δεν μπορεί να είναι! Κανείς ένοχος ενός εγκλήματος δεν θα μπορούσε να είχε γράψει τέτοιο γράμμα!» Ο κολεγιακός πάρεδρος είχε γνώση τέτοιων θεμάτων, επειδή κάποιες φορές, όταν υπηρετούσε στον Καύκασο, είχε διευθύνει ποινικές διώξεις. «Πώς στο διάβολο έγιναν όλα αυτά; Μόνον ο διάβολος ξέρει!» αναφώνησε τελικά, αφήνοντας τα χέρια του να πέσουν.

Στο μεταξύ, διαδόσεις γι’ αυτό το εξαιρετικό συμβάν κυκλοφορούσαν στην πρωτεύουσα και ως συνήθως όχι χωρίς κάποιες γαρνιτούρες. Εκείνη την εποχή, τα μυαλά των ανθρώπων ήταν ιδιαίτερα δεκτικά σε κάθε είδους εξαιρετικά φαινόμενα: λίγο πριν, ολόκληρη η πόλη ασχολούνταν με πειράματα με μαγνητισμό. Επιπροσθέτως, είχε κυκλοφορήσει πρόσφατα μια ιστορία για καρέκλες που χόρευαν στην οδό Κονιουσένι, έτσι δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, πριν περάσει καιρός, κυκλοφορούσαν διαδόσεις ότι η μύτη του παρέδρου Κοβάλεφ έκανε καθημερινά βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι στις 3 η ώρα ακριβώς. Καθημερινά θα συγκεντρωνόταν ένα μεγάλο πλήθος περίεργων. Κάποιος είπε ότι είχαν δει τη μύτη στο κατάστημα Γιούνκερ και αυτό προκάλεσε τέτοιο συνωστισμό γύρω από το μαγαζί, που χρειάστηκε να καλέσουν την αστυνομία. Κάποιος έμπορος, με σεβάσμια εμφάνιση και τεράστιες φαβορίτες, που πουλούσε διάφορα ζαχαρωτά στην είσ οδο του θεάτρου, έκανε ειδικά για την περίσταση μερικούς ψηλούς, γερούς πάγκους και καλούσε τους περίεργους ν’ ανέβουν πάνω τους με αντίτιμο ογδόντα καπίκια για κάθε άτομο. Κάποιος διακεκριμένος συνταγματάρχης ξεκίνησε ιδιαίτερα νωρίς από το σπίτι του και άνοιξε δρόμο με μεγάλη δυσκολία ανάμεσα στο πλήθος, αλλά προς μεγάλη του λύπη, στη βιτρίνα του μαγαζιού είδε όχι μια μύτη, αλλά μια συνηθισμένη μάλλινη φανέλα και μια λιθογραφία που απεικόνιζε μια κοπέλα η οποία ταίριαζε τις κάλτσες της, ενώ την παρατηρούσε πίσω από ένα δέντρο κάποιος δανδής που φορούσε γιλέκο και είχε γενάκι -εικόνα η οποία

ήταν κρεμασμένη στο ίδιο μέρος για πάνω από δέκα χρόνια. Φεύγοντας με αγέρωχο περπάτημα, ανάγγειλε πειραγμένος: «Πώς επιτρέπεται να κυκλοφορούν τόσο γελοίες και παρατραβηγμένες διαδόσεις;»

Ύστερα, κυκλοφόρησε η φήμη ότι η μύτη του ταγματάρχη Κοβάλεφ έκανε τον περίπατό της όχι στη λεωφόρο Νιέφσκι, αλλά στους Κήπους Ταβριτσκέσκι, ότι αυτό συνέβαινε από καιρό και ότι όταν ο πέρσης απεσταλμένος Κόζρεφ Μίζρα ζούσε εκεί, είχε μείνει τελείως κατάπληκτος από αυτό το παράξενο φαινόμενο της φύσης. Μερικοί φοιτητές της Χειρουργικής Ακαδημίας ξεκίνησαν γι’ αυτό το μέρος. Μια σεβάσμια κυρία αριστοκρατικής καταγωγής έγραψε ειδικό γράμμα στο φύλακα του πάρκου, στο οποίο του ζητούσε να δείξει στα παιδιά της αυτό το σπάνιο φαινόμενο και, αν ήταν δυνατό, να δώσει εποικοδομητικές και παραινετικές διευκρινίσεις σε όφελος των νέων.

Όλοι οι θαμώνες των δεξιώσεων και των άλλων κοσμικών συναναστροφών, που τόσο τους αρέσει να διασκεδάζουν τις κυρ ίες, ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένοι με αυτά τα συμβάντα καθώς τα αποθέματα διασκέδασης είχαν εντελώς εξαντληθεί. Μικρός αριθμός αξιοσέβαστων και νομοταγών πολιτών ήταν δυσαρεστημένοι στο έπακρο. Κάποιος κύριος ανάγγειλε με λύπη ότι αδυνατούσε να καταλάβει πώς στη σημερινή εποχή των φώτων μπορούσαν να έχουν πέραση τέτοιες γελοίες φανταστικές ιστορίες και ότι ήταν έκπληκτος που η κυβέρνηση δεν ασχολούνταν με το ζήτημα. Αυτός ο κύριος ανήκε σαφώς σ’ εκείνη την κατηγορία των πολιτών που θα ήθελαν η κυβέρνηση ν’ ανακατώνεται στα πάντα, ακόμα και στους καθημερινούς καυγάδες τους με τις γυναίκες τους. Μετά από αυτό… αλλά σ’ αυτό το σημείο το επεισόδιο τυλίγεται στην καταχνιά και είναι τελείως άγνωστο τι επακολούθησε.

Τα πιο παράλογα πράγματα συμβαίνουν στη ζωή. Μερικές φορές αψηφούν όλους τους νόμους της αληθοφάνειας: μια μέρα η ίδια ακριβώς μύτη, που τριγυρνούσε με το βαθμό του κρατικού συμβούλου και που είχε δημιουργήσει τέτοια αναταραχή στην πόλη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ξαναεμφανίστηκε στο σωστό μέρος, δηλαδή ανάμεσα από τα δυο μάγουλα του ταγματάρχη Κοβάλεφ. Αυτό συνέβη στις 7 Απριλίου. Ξυπνώντας και κοιτάζοντας τυχαία στον καθρέπτη, τι να δει: μια μύτη! Την έπιασε, ναι ήταν η μύτη του! «Γιούπι!» φώναξε ο Κοβάλεφ και μέσα στη μεγάλη του χαρά θα είχε χορέψει ένα κοζάκικο χορό με γυμνά πόδια στο δωμάτιο, αν δεν τον είχε εμποδίσει η είσοδος του Ιβάν. Ζήτησε

αμέσως να του φέρουν ό,τι χρειαζόταν για να πλυθεί και καθώς πλενόταν ξανάριξε μια ματιά στον καθρέπτη: η μύτη του ήταν εκεί. Καθώς σκουπιζόταν με μια πετσέτα, ξανάριξε άλλη μια ματιά: εκεί ήταν, η μύτη του!

«Χμ, Ιβάν, ρίξε μια ματιά, νομίζω έχω ένα σπυρί στη μύτη μου», είπε, ενώ από μέσα του σκεφτόταν: τι γίνεται αν ο Ιβάν πει: «Γιατί όχι, κύριε, αλλά όχι μόνο δεν υπάρχει σπυρί, αλλά ούτε καν μύτη!»

Ο Ιβάν, όμως, είπε: «Δεν έχετε κανένα σπυρί, η μύτη σας είναι καθαρή σαν σφυρίχτρα!»

«Φοβερά καλό νέο!» είπε από μέσα του ο ταγματάρχης και κτύπησε τα δάκτυλά του. Εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλε από την πόρτα ο μπαρμπέρης Ιβάν Γιακόβλεβιτς, δειλά σαν γάτα που μόλις την ξυλοφόρτωσαν επειδή έκλεψε το μπέικον.

«Πες μου πρώτα, είναι τα χέρια σου καθαρά;» φώναξε ο Κοβάλεφ, ενώ το μυαλό του ήταν ακόμα μακριά.

«Είναι.»

«Ψεύτη.»

«Ορκίζομαι ότι είναι καθαρά, κύριε.»

«Καλά, καλύτερα θα πρέπει να είναι.»

Ο Κοβάλεφ κάθισε. Ο Γιακόβλεβιτς τον τύλιξε με μια πετσέτα και

σε μια στιγμή, με τη βοήθεια μιας βούρτσας, μετέτρεψε όλο του το γένι και μέρος από τα μάγουλά του σε μια μάζα κτυπητής κρέμας, όπως αυτή σερβίρεται σε γιορτές γενεθλίων στα σπίτια εμπόρων. «Ποτέ!» διαμαρτυρήθηκε από μέσα του ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, όταν είδε τη μύτη και ύστερα γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τη μύτη από το πλάι: «Κοίτα! Ποιος θα το σκεφτόταν!» συνέχισε παρατηρώντας για ώρα τη μύτη. Τελικά, με μια κίνηση όσο μπορεί να φανταστεί κανείς πιο απαλή και προσεκτική ύψωσε δυο δάκτυλα και ετοιμαζόταν να την πιάσει από την άκρη. Αυτό ήταν το σύστημα του Ιβάν Γιακόβλεβιτς.

«Και τώρα πρόσεχε!» φώναξε ο Κοβάλεφ. Μ’ αυτά τα λόγια, ο Ιβάν άφησε το χέρι του να πέσει τρομοκρατημένος και παραζαλισμένος όσο ποτέ στη ζωή του. Τελικά, άρχισε να ξυρίζει προσεκτικά με το ξυράφι κάτω από το πηγούνι του ταγματάρχη και παρόλο που δεν το έβρισκε καθόλου εύκολο ή βολικό να ξυρίζει χωρίς να κρατά το οσφρητικό όργανο του πελάτη του, τα κατάφερε παρόλα αυτά, στηρίζοντας τον χοντρό του αντίχειρα στο μάγουλο του ταγματάρχη και στο σαγόνι για να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και ολοκλήρωσε την πράξη του ξυρίσματος.

Όταν το εγχείρημα είχε τελειώσει, ο Κοβάλεφ ντύθηκε βιαστικά, κάλεσε μια άμαξα και τράβηξε κατευθείαν για το ζαχαροπλαστείο. Ενώ ήταν ακόμα στο κατώφλι, φώναξε: «Γκαρσόνι, ένα φλιτζάνι σοκολάτα!» και την ίδια στιγμή κοίταξε στον καθρέπτη: η μύτη ήταν στη θέση της. Στράφηκε ξέγνοιαστα και μισοκλείνοντας τα μάτια του έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα σε δυο αξιωματικούς, ο ένας από τους οποίους είχε μια μύτη όχι μεγαλύτερη από κουμπί γιλέκου. Κατόπιν, ξεκίνησε για το γραφείο του υπουργείου, στο οποίο διαπραγματευόταν τη θέση του υποδιοικητή ή, αν δεν τα κατάφερνε, κάποια θέση στη διοίκηση. Καθώς διέσχιζε τη αίθουσα υποδοχής κοίταξε στον καθρέπτη: η μύτη ήταν στη θέση της. Ύστερα πήγε να φωνάξει κάποιον άλλο κολεγιακό πάρεδρο, συνάδελφο ταγματάρχη, και μεγάλο είρωνα, στις κοροϊδευτικές παρατηρήσεις του οποίου απαντούσε: «Έλα, έλα μάζεψε λίγο τη φαρμακερή σου γλώσσα!» Στο δρόμο σκεφτόταν: «Αν ο ταγματάρχης δεν σκάσει στα γέλια όταν με δει, αυτό θα είναι σίγουρο σημάδι ότι τα πάντα είναι όπως θα έπρεπε να είναι και στην σωστή τους θέση.» Όμως, ο κολεγιακός πάρεδρος δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. «Πολύ καλά, στ’ ανάθεμα όλα!» συλλογίστηκε ο Κοβάλεφ. Στο δρόμο συνάντησε την κυρία Ποντότσινα με την κόρη της, τους υποκλίθηκε και τον χαιρέτησαν με κραυγές χαράς: προφανώς η εμφάνισή του δεν είχε επηρεαστεί δυσμενώς. Μίλησε επί μακρόν μαζί τους και έβγαλε την ταμπακέρα του και με πολλή περίσκεψη ρούφηξε καπνό και από τα δυο ρουθούνια, ενώ όλο αυτό το διάστημα σκεφτόταν: «Τώρα την πάθατε εσείς οι δυο κότες! Και δεν θα παντρευτώ την κόρη, όπως και νά ‘ναι. Απλώς μια ερωτοδουλειά, με κάθε τρόπο!» Και στο εξής, ο ταγματάρχης Κοβάλεφ συνέχισε τις ασχολίες του σαν να μην είχε ποτέ συμβεί τίποτα, έκανε βόλτες στη λεωφόρο Νιέφσκι, επισκεπτόταν το θέατρο, έδειχνε παντού το πρόσωπό του. Και η μύτη του, επίσης σαν να μην είχε ποτέ συμβεί τίποτα, παρέμεινε κολλημένη στο πρόσωπό του και δεν έδειχνε κανένα σημάδι ότι είχε ποτέ ξεκολλήσει. Μετά απ’ αυτό, ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε μονίμως καλή διάθεση, σκορπούσε χαμόγελα, κυνηγούσε επίμονα όλες τις χαριτωμένες κυρίες και μάλιστα σταμάτησε κάποτε σ’ ένα πάγκο στην Γκοστίνι Ντβορ για ν’ αγοράσει κορδέλα στην οποία κρεμούν τα μετάλλια, αν και δεν είναι σίγουρο για ποιο λόγο την αγόρασε, εφόσον ο ίδιος δεν είχε κανενός είδους παράσημο.

Και ένα τέτοιο πράγμα συνέβη στη βόρεια πρωτεύουσα της αχανούς μας χώρας! Και μόνο τώρα, όταν αναλογιζόμαστε ολόκληρη την

ιστορία, βλέπουμε ότι περιέχει πολλά που είναι εξαιρετικά απίθανα. Αφήνοντας κατά μέρος την παράξενη, αφύσικη αποκόλληση της μύτης και την εμφάνισή της σε διάφορα μέρη μεταμφιεσμένη σε κρατικό σύμβουλο, πώς ο Κοβάλεφ δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να βάζει κανείς αγγελίες στην εφημερίδα για χαμένες μύτες; Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι θεωρώ τις αγγελίες στις εφημερίδες άχρηστη σπάτάλη, αυτό είναι ανοησία και δεν είμαι με κανένα τρόπο σφιχτοχέρης. Αλλά είναι αναξιοπρεπές, ανάρμοστο, άπρεπο! Και ύστερα: πώς η μύτη βρέθηκε σ’ ένα φρεσκοψημένο καρβέλι και τι έκανε καταρχήν ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς; Όχι, δεν το καταλαβαίνω αυτό, ούτε μια στάλα! Αλλά ακόμα πιο παράξενο -και το δυσκολότερο να καταλάβει κανείς, είναι γιατί οι συγγραφείς διαλέγουν τέτοια επεισόδια για θέμα τους. Είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι το βρίσκω εντελώς ακατανόητο, ακριβώς… όχι, απλώς δεν καταλαβαίνω. Κατά πρώτο λόγο, αυτό δεν ωφελεί απολύτως καθόλου το έθνος, κατά δεύτερο λόγο… όχι, και κατά δεύτερο λόγο δεν υπάρχει κανένα όφελος. Απλώς δεν ξέρω τι σημαίνει…

Παρόλ’ αυτά, όμως, αν πάρουμε υπόψη μας όλα τα πράγματα, μπορούμε να παραδεχτούμε το ένα ή το άλλο πράγμα και το παράδοξο εδώ ή εκεί και ίσως ακόμα… εννοώ ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν όλη την ώρα, έτσι δεν είναι; Και πρέπει να παραδεχτείτε, όταν το αναλογιστείτε, υπάρχει κάτι σ’ όλα αυτά, έτσι δεν είναι; Ό,τι κι αν πείτε, τέτοια πράγματα συμβαίνουν, σπανίως ίσως, αλλά συμβαίνουν.

Ακούγονται

Natalie Dessay,  Cecilia Bartoli,  Wolfgang Amadeus Mozart (1756–1791)  από την όπερα Μιθριδάτης, ακούμε το «re di Ponto», (βασιληάς του Πόντου), μιάς πρώιμης όπερας του Mozart, σε τρείς πράξεις με libreto του Vittorio Amadeo Cigna-Santi.

Yehudi Menuhin performs Paganini’s Moto Perpetuo with Adolph Baller (1947)

Maxim Vengerov, Sibelius, Violinkonzert d-moll op.47, Allegro ma non tanto

Mikhail Pletnev, Sergei Rachmaninoff (1873 – 1943), Ραψωδία σε ένα θέμα του Niccolò Paganini (1782–1840)

Καλή σας ημέρα.

Mail επικοινωνίας vromikesskepsis@yahoo.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s