Η μύτη 2

«Θα ήθελα να δημοσιεύσω…»

«Μια στιγμή. Αν δεν σας πειράζει να περιμένετε», είπε ο γραμματέας, γράφοντας έναν αριθμό με το δεξί του χέρι, ενώ μετακινούσε δυο χάνδρες σ’ έναν άβακα με το αριστερό του. Ένας λακές με κομψό πανωφόρι με σιρίτια και με εμφάνιση που φανέρωνε ότι δούλευε σε αριστοκρατικό σπίτι, στεκόταν δίπλα στο γραφείο κρατώντας ένα σημείωμα και επειδή ένιωσε ότι του επιβαλλόταν να επιδείξει απλοϊκότητα προσφέρθηκε αυθόρμητα: «Πιστέψτε με, κύριε, το φρικτό σκυλάκι δεν αξίζει ογδόντα καπίκια, όσο για μένα δεν θα σας έδινα γι’ αυτό ούτε μπρούτζινο κουμπί, αλλά η κόμισσα το αγαπά, το αγαπά τρομερά και έτσι προσφέρει εκατό ρούβλια σε όποιον το βρει. Αν θέλετε να ξέρετε την ειλικρινή μου γνώμη, μεταξύ μας μόνο, οι άνθρωποι δεν λογαριάζουν τα λεφτά προκειμένου να ικανοποιήσουν τα γούστα τους. Πάρτε έναν κυνηγό, δεν θα τον ένοιαζε να πληρώσει πεντακόσια, ακόμα και χίλια ρούβλια για ένα λαγωνικό ή για ένα ριτρίβερ, αλλά τουλάχιστον πληρώνει για καλό σκυλί.»

Ο ευυπόληπτος γραμματέας άκουγε σοβαρά αυτό το λόγο και συγχρόνως συνέχιζε τους υπολογισμούς του, μετρώντας τον αριθμό των γραμμάτων στο σημείωμα που του είχαν φέρει. Γύρω του περιφέρονταν πολλές γριές, εμποροϋπάλληλοι και θυρωροί με σημειώματα. Το ένα ήταν ενός ήρεμου αμαξά που γύρευε δουλειά, το άλλο διαφήμιζε την πώληση μιας ελάχιστα χρησιμοποιημένης παγίδας, φερμένης από το Παρίσι το 1814, άλλο ζητούσε δουλοπάροικη πεπειραμένη πλύστρα, αλλά κατάλληλη και για άλλες δουλειές, ζητούσαν αγοραστές για γερή ντρόσκι, που της έλειπε μια σούστα, για νεαρό ζωηρό άλογο με γκρίζες πιτσιλιές, για φοράδα δέκα επτά χρόνων, για νέους σπόρους γογγυλιού και ραδικιών που είχαν εισαχθεί από το Λονδίνο, για αγροτικό σπίτι με μεγάλο κήπο, στάβλο για δύο άλογα, μια έκταση όπου θα μπορούσε να φυτευτεί μια εξαιρετική σημύδα ή ένα σύδεντρο από έλατα. Ένα άλλο σημείωμα εφιστούσε την προσοχή σε όσους ήθελαν να αγοράσουν παλιές σόλες από μπότες, προσκαλώντας τους στην αίθουσα πλειστηριασμών καθημερινά μεταξύ 8 π.μ. και 3 μ.μ. Το δωμάτιο στο οποίο ήταν συγκεντρωμένη αυτή η ομήγυρη ήταν μικρών διαστάσεων και η ατμόσφαιρα σ’ αυτό ήταν εξαιρετικά βαριά, αλλά ο Κοβάλεφ δεν καταλάβαινε τίποτα από την ατμόσφαιρα επειδή κρατούσε το μαντήλι του στο πρόσωπό του και εξάλλου η ίδια η μύτη του ήταν εκείνη τη στιγμή ένας Θεός ξέρει πού.

11«Καλέ μου κύριε, πραγματικά, πρέπει… Είναι πολύ σημαντικό», ξέσπασε ανυπόμονα.

«Μια στιγμή! Δύο ρούβλια και σαράντα τρία καπίκια! Αμέσως! Ένα ρούβλι εξήντα τέσσερα καπίκια!» διέτασσε ο γκριζομάλλης γραμματέας, κουνώντας κομμάτια χαρτί μπροστά στη μούρη των ηλικιωμένων γυναικών και των θυρωρών. «Τι θέλετε;» είπε τελικά και στράφηκε στον Κοβάλεφ.

«Θα ήθελα…» είπε ο Κοβάλεφ, «έχει διαπραχθεί μια άθλια πράξη προδοσίας, ακόμα δεν μπορώ να την αποδείξω. Θέλω να δημοσιεύσετε ότι το άτομο που θα μου φέρει αυτόν τον κατεργάρη θα ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα.»

«Θα μπορούσα, παρακαλώ, να έχω το όνομά σας;»

«Όχι, γιατί χρειάζεστε το όνομά μου; Δεν μπορώ να το κοινοποιήσω. Έχω ένα σωρό γνωριμίες: τη γυναίκα του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ, την Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντότσινα, σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου. Θα μπορούσαν να το δουν, ο Θεός ας φυλάει! Θα μπορούσατε απλώς να γράψετε: ένας κολεγιακός πάρεδρος ή ακόμα καλύτερα ένας κύριος με το βαθμό του ταγματάρχη.»

«Και το άτομο που το έσκασε ήταν κάποιος δουλοπάροικός σας;»

«Τι; ένας δουλοπάροικός μου; Ω, όχι, ακόμα χειρότερο! Είναι η μ… η μύτη μου που το έσκασε…»

«Χμ, τι περίεργο επώνυμο. Και αυτός ο κύριος Μύτη σας βούτηξε κανένα μεγάλο ποσό;»

«Όχι, Μύτη, όχι… λάθος καταλάβατε! Η μύτη μου, η ίδια μου η μύτη έφυγε και εξαφανίστηκε. Μου κάνει κάποιο διαβολικό κόλπο!»

«Αλλά με ποιο τρόπο εξαφανίστηκε; Φοβάμαι ότι δεν μπορώ καθόλου να σας παρακολουθήσω.»

«Δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος, αλλά το κύριο είναι ότι τώρα περιφέρεται στην πόλη παριστάνοντας τον κρατικό σύμβουλο. Σας ζητώ, λοιπόν, να βάλετε μια αγγελία που να ζητά από όποιον την πιάσει να μου την φέρει επειγόντως και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Κρίνετε μόνος σας: πώς μπορώ να συνεχίσω χωρίς ένα τόσο εξέχον μέρος της ανατομικής μου κατασκευής. Δεν είναι το ίδιο σαν να έχασα το μικρό δάκτυλο του ποδιού μου που θα μπορούσα να γλιστρήσω γρήγορα το πόδι μου μέσα στην μπότα προτού δεν κανείς ότι λείπει. Κάθε Πέμπτη επισκέπτομαι τη σύζυγο του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ. Η Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντοτσίνα είναι σύζυγος

12

αξιωματικού του επιτελείου και έχει μια πολύ χαριτωμένη κόρη και είναι και οι δυο πολύ καλές φίλες μου, έτσι μπορείτε κι εσείς ο ίδιος να καταλάβετε σε τι δύσκολη θέση βρίσκομαι… Απλούστατα τώρα δεν μπορώ να εμφανιστώ μπροστά τους.»

Ο γραμματέας έμεινε σκεπτικός για μια στιγμή, όπως φανέρωναν τα σφικτά ζαρωμένα χείλη του.

«Όχι, δεν μπορώ να δημοσιεύσω τέτοια αγγελία στην εφημερίδα», είπε τελικά μετά από παρατεταμένη σιωπή.

«Τι; Γιατί όχι;»

«Δεν μπορώ. Η εφημερίδα θα έχανε την υπόληψή της. Φανταστείτε μόνο αν ο καθένας άρχιζε να γράφει ότι το είχε σκάσει η μύτη του… Κιόλας ο κόσμος λέει ότι η εφημερίδα δημοσιεύει ένα σωρό ανοησίες και ψευδείς διαδόσεις.»

«Αλλά πού βρίσκεται η ανοησία; Όλα είναι καθαρά σαν το φως της μέρας.»

«Έτσι φαίνεται σε σας. Αλλά ας πάρουμε την παρακάτω περίπτωση που συνέβη την προηγούμενη βδομάδα. Ήρθε ένας υπάλληλος, ακριβώς όπως ήρθατε εσείς σήμερα, μ’ ένα σημείωμα, που κόστιζε δύο ρούβλια και εβδομήντα τρία καπίκια, και αυτό που έλεγε η αγγελία ήταν ότι το είχε σκάσει ένα μαύρο μαλλιαρό σκυλάκι. Φαινομενικά τίποτα ασυνήθιστο. Αλλά κατέληγε σε μια δυσφημιστική συνέχεια, γιατί αυτό το μαλλιαρό σκυλάκι ήταν ο ταμίας κάποιου οργανισμού, δεν θυμάμαι ποιανού.»

«Εγώ, όμως, δεν βάζω αγγελία για μαλλιαρό σκυλάκι, αλλά για την ίδια μου τη μύτη, που ισοδυναμεί με τον ίδιο μου τον εαυτό.»

«Λυπάμαι, δεν μπορώ να βάλω τέτοια αγγελία.»

«Ακόμα κι αν έχω χάσει πραγματικά τη μύτη μου!»

«Αν είναι έτσι, τότε είναι δουλειά των γιατρών. Λένε πως υπάρχουν

άνθρωποι που μπορούν να σας εφοδιάσουν με ό,τι μύτη σας αρέσει. Πάντως παρατηρώ ότι είσαστε χωρατατζής και σας αρέσουν τα αστεία.»

«Σας ορκίζομαι σε ό,τι είναι ιερό! Αφού τα πράγματα έφθασαν σ’ αυτό το σημείο, θα σας δείξω!»

«Μην ενοχλείστε!» συνέχισε ο γραμματέας, παίρνοντας μια πρέζα ταμπάκο. «Στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο μεγάλος μπελάς», πρόσθεσε κοιτάζοντας με περιέργεια, «ίσως θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά.»

Ο κ. Κοβάλεφ απομάκρυνε το μαντήλι από το πρόσωπό του.

«Λοιπόν, αυτό είναι πολύ απίθανο!» είπε ο γραμματέας. «Η περιοχή είναι εντελώς λεία, σαν φρεσκοψημένη τηγανίτα. Εξαιρετικά λεία, πράγματι!»

«Τώρα ελπίζω ότι αυτό ανέτρεψε τις αντιρρήσεις σας! Μπορείτε να δείτε από μόνος σας ότι η αγγελία πρέπει να μπει. Θα σας είμαι εξαιρετικά ευγνώμων και είμαι πολύ ευτυχής που αυτό το ατύχημα μου έδωσε την ευχαρίστηση της γνωριμίας σας…» Ο ταγματάρχης, όπως μπορούμε να δούμε, είχε αποφασίσει σ’ αυτό το σημείο να χρησιμοποιήσει λίγο την κολακεία.

«Να τη δημοσιεύσω, φυσικά, θα ήταν απλό το ζήτημα», είπε ο γραμματέας, «μόνο που δεν καταλαβαίνω σε τι μπορεί να σας ωφελήσει. Αν είστε αποφασισμένος να κάνετε κάτι γι’ αυτό, τότε βρείτε κάποιον ικανό να γράφει, βάλτε τον να το γράψει σαν ένα σπάνιο περιστατικό της φύσης και δημοσιεύσετε αυτό το άρθρο στη Μέλισσα του Βορά» (σ’ αυτό το σημείο πήρε άλλη μια πρέζα ταμπάκο) «για τη διαπαιδαγώγηση των νέων μας» (σ’ αυτό το σημείο σκούπισε τη μύτη του) «ή πράγματι για το ενδιαφέρον του κοινού γενικά.»

Αυτή η πρόταση ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ο κ. Κοβάλεφ χαμήλωσε το μάτια του στην εφημερίδα, όπου έπεσαν στην στήλη για το θέατρο. Ήταν έτοιμος να χαμογελάσει καθώς το μάτι του έπιασε το όνομα μιας νεαρής γοητευτικής ηθοποιού και άπλωσε το χέρι του στην τσέπη για να δει αν είχε μαζί του ένα χαρτονόμισμα των πέντε ρουβλίων, επειδή κατά τη γνώμη του Κοβάλεφ οι αξιωματικοί του επιτελείου πρέπει να πιάνουν θέση στην πλατεία, αλλά τότε θυμήθηκε τη μύτη του και η καρδιά του κατέρρευσε!

Ακόμα και ο γραμματέας, ήταν φανερό, συγκινήθηκε από την κατάσταση του Κοβάλεφ. Επιθυμώντας να του δώσει κάποια παρηγοριά, το θεώρησε αρμόζον να εκφράσει τη συμπάθειά του με λίγα λόγια: «Είμαι πράγματι πολύ λυπημένος που υπήρξατε θύμα ενός τόσο αστείου ατυχήματος. Ίσως θα ενδιαφερόσασταν για μια πρέζα ταμπάκο; Ανακουφίζει από πονοκεφάλους και αναπτερώνει το ηθικό, ακόμα έχει ευεργετικά αποτελέσματα στις αιμορροΐδες.»

Μ’ αυτά τα λόγια, ο γραμματέας πρόσφερε στον Κοβάλεφ την ταμπακέρα του, κρύβοντας αδέξια από κάτω το καπάκι που επεδείκνυε το πορτρέτο μια κυρίας με καπέλο.

Αυτή η απερίσκεπτη χειρονομία ξεπερνούσε όσα η υπομονή του Κοβάλεφ μπορούσε ν’ αντέξει: «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορ είτε να

14

θεωρείτε αυτή την κατάσταση αστεία», είπε οργισμένα. «Σίγουρα μπορείτε να καταλάβετε ότι δεν έχω τα αναγκαία μέσα για να ρουφήξω ταμπάκο. Στο διάβολο ο ταμπάκος σας! Δεν αντέχω να κοιτάω αυτό το πράγμα, ούτε καν την καλύτερη μάρκα, πόσο μάλλον αυτόν τον ψιλοκομμένο καπνό Μπερεζίνσκι.» Αφού είπε αυτά, με αγέρωχο βάδισμα βγήκε εξαγριωμένος από τα γραφεία της εφημερίδας και κατευθύνθηκε στον αξιωματικό της αστυνομίας, μεγάλο εραστή της ζάχαρης. Ολόκληρο το μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού του, που χρησίμευε επίσης για τραπεζαρία, ήταν αφιερωμένο σε μια έκθεση ζαχαρωτών, που του έφερναν οι καταστηματάρχες σε ένδειξη φιλίας. Αυτή τη στιγμή, ο μάγειρας του έβγαζε τις ψηλές μπότες του αξιωματικού της αστυνομίας. Το ξίφος του και όλα τα στρατιωτικά του εξαρτήματα κρέμονταν κιόλας ειρηνικά στις γωνιές του δωματίου και ο τρίχρονος γιος του έπαιζε με το επιβλητικό τρίκωχο καπέλο του πατέρα του, ενώ ο ίδιος ο πολεμιστής, μετά τη μέρα του στις οδύνες της μάχης, ετοιμαζόταν να γευτεί τις απολαύσεις της ειρήνης.

Του ανάγγειλαν τον ερχομό του Κοβάλεφ την στιγμή ακριβώς που, αφού είχε καλοτεντωθεί και χασμουρηθεί, ανάγγελνε: «Αχ, ώρα να ρίχναμε κανέναν υπνάκο για καμιά δυο ώρες!» Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο κολεγιακός πάρεδρος είχε υπολογίσει εξαιρετικά άσχημα την ώρα της άφιξής του. Και υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν είχε φέρει μαζί του μερικά κιλά τσάι ή ένα τόπι ύφασμα και σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα του γινόταν ιδιαίτερα εγκάρδια υποδοχή. Ο αξιωματικός της αστυνομίας ήταν σαΐνι αλλά και μοναδικός στο να λαδώνεται με κάθε τρόπο, αλλά περισσότερο απ’ όλα προτιμούσε τα κρατικά τραπεζογραμμάτια. «Τώρα μου αρέσει αυτό», είχε τη συνήθεια να λέει, «δεν υπάρχει τίποτα που να το ξεπερνά: δεν χρειάζεται να το ταΐζεις, πιάνει λίγο χώρο, υπάρχει πάντα χώρος γι’ αυτό στην τσέπη και αν σας πέσει δεν σπάζει.»

Ο αξιωματικός της αστυνομίας δέχτηκε τον Κοβάλεφ μάλλον ψυχρά και παρατήρησε ότι μετά το γεύμα δεν είναι η ώρα για να διεξαχθεί έρευνα, ότι η ίδια η φύση τα έχει έτσι κανονίσει ώστε, αφού φάμε του σκασμού, θα πρέπει ν’ αναπαυόμαστε λιγάκι (από αυτό ο κολεγιακός πάρεδρος μπορούσε να καταλάβει ότι ο αξιωματικός της αστυνομίας ήταν οικείος με τα λόγια των παλιών σοφών), ότι ένα αξιοσέβαστο άτομο δεν θα αποχωριζόταν τόσο βάναυσα τη μύτη του και ότι υπάρχουν ταγματάρχες και ταγματάρχες σ’ αυτόν τον κόσμο, μερικοί

15

από τους οποίους δεν έχουν ούτε ένα αξιοπρεπές πουκάμισο στο όνομά τους και συχνάζουν στα πιο κακόφημα μέρη.

Αυτό, δυστυχώς, ήταν η αχίλλειος πτέρνα του Κοβάλεφ! Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο κολεγιακός πάρεδρος ήταν υπερευαίσθητο άτομο. Θα μπορούσε να συγχωρήσει ο,τιδήποτε λεγόταν για το άτομό του, αλλά όχι την έλλειψη σεβασμού για τον βαθμό του ή τη θέση του. Μάλιστα, επιχειρηματολογούσε ότι στις θεατρικές παραστάσεις μπορούσαν να επιτρέπονται αναφορές στους κατώτερους αξιωματικούς, αλλά όχι παρατηρήσεις για ανώτερους αξιωματικούς. Έτσι έμεινε τόσο σύξυλος με την υποδοχή του αξιωματικού της αστυνομίας, που κούνησε το κεφάλι του και δήλωσε απλώνοντας τα χέρια του: «Λυπάμαι που μετά από τόσο προσβλητικές παρατηρήσεις εκ μέρους σας δεν μπορώ να κάνω περαιτέρω σχόλια…» και αποχώρησε.

Επέστρεψε σπίτι του μόλις μπορώντας να κρατηθεί στα πόδια του. Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Μετά από όλη αυτή τη μακρά, μάταιη έρευνα, το διαμέρισμά του τού φάνηκε έρημο και εντελώς απωθητικό. Όταν μπήκε στο χολ, είδε τον λακέ του Ιβάν ξαπλωμένο στον φθαρμένο δερμάτινο καναπέ να φτύνει σε ένα σημείο στο ταβάνι, στόχο που τον κτυπούσε με κάποιο μέτρο επιτυχίας. Η ραθυμία του εξόργισε τον κολεγιακό πάρεδρο. Κτυπώντας τον στο κεφάλι με το καπέλο του, φώναξε: «Όλη την ώρα λουφάρεις, γουρούνι!»

Μεμιάς ο Ιβάν πετάχτηκε πάνω και όρμησε δίπλα στον αφέντη του για να τον βοηθήσει να βγάλει το παλτό του.

Μόλις μπήκε στο δωμάτιό του, ο ταγματάρχης βυθίστηκε εξαντλημένος και θλιμμένος σε μια πολυθρόνα και, αφού αναστέναξε μερικές φορές, είπε τελικά:

«Θεέ μου, ω Θεέ μου! Τι έκανα για να τιμωρούμαι έτσι; Αν είχα χάσει ένα χέρι ή ένα πόδι, θα ήταν πολύ καλύτερα ή ακόμα και τ’ αυτιά μου, θα ήταν δύσκολο, αλλά τουλάχιστον υποφερτό, αλλά χωρίς τη μύτη του ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, ένας Θεός ξέρει τι. Ένα σκουπίδι για να το πετάξεις από το παράθυρο! Τουλάχιστον, αν την είχα χάσει στον πόλεμο ή σε μια μονομαχία ή αν την είχα χάσει από δικό μου σφάλμα, αλλά αυτή εξαφανίστηκε χωρίς λόγο και αιτία, έτσι ξεκάρφωτα. Αλλά όχι, δεν μπορεί», πρόσθεσε μετά από σκέψη ενός λεπτού. «Είναι πολύ απίθανο να εξαφανιστεί μια μύτη, εντελώς αδύνατο. Είτε ονειρεύομαι, είτε το φαντάζομαι. Ίσως αντί για νερό ήπια τη βότκα που χρησιμοποιώ για να τρίβω το πρόσωπό μου

16

μετά το ξύρισμα. Αυτός ο ανόητος Ιβάν δεν την τακτοποίησε και εγώ την ξαναπήρα.»

Για να βεβαιωθεί απολύτως ότι δεν ήταν μεθυσμένος, ο ταγματάρχης τσιμπήθηκε τόσο δυνατά που φώναξε από τον πόνο. Αυτός ο πόνος τον έπεισε ότι ήταν πέρα για πέρα ξύπνιος. Πλησίασε στον καθρέπτη και κοίταξε λοξά με την ελπίδα ότι η μύτη του θα ξαναεμφανιζόταν στο σωστό μέρος, βλέποντας όμως την αντανάκλασή του αναπήδησε προς τα πίσω, αναφωνώντας: «Τι γελοίο θέαμα!»

Πραγματικά, ήταν εντελώς ακατανόητο. Δεν ήταν σαν να χάνεις ένα κουμπί, ένα ασημένιο κουτάλι, ένα ρολόγι ή κάτι παρόμοιο, αλλά να χάσεις την ίδια σου τη μύτη και μάλιστα μέσα στο διαμέρισμά σου!… Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ ζύγιασε όλες τις περιστάσεις και αποφάσισε ότι ο πιθανότερος ένοχος πίσω από όλα αυτά δεν ήταν κανείς άλλος παρά η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου Ποντότσιν, που ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη της. Πράγματι, τον ευχαριστούσε να φλερτάρει την κοπέλα, αλλά απέφευγε προσεκτικά κάθε οριστική δέσμ ευση. Όταν η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου ανάγγειλε με πολλά λόγια ότι επιθυμούσε να παντρέψει την κόρη της μαζί του, βγήκε προσεκτικά από τη δύσκολη θέση με ένα καταιγισμό φιλοφρονήσεων, λέγοντας ότι ήταν ακόμη πολύ νέος, ότι ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει άλλα πέντε χρόνια μέχρι να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία των σαράντα δύο ετών. Κι έτσι, η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου, σαφώς από επιθυμία εκδίκησης, είχε αποφασίσει να τον καταστρέψει και μίσθωσε γι’ αυτό το λόγο τις υπηρεσίες μαγισσών, γιατί ήταν παντελώς αδιανόητο να του είχαν κόψει τη μύτη: κανείς δεν είχε μπει στο δωμάτιό του, ο κουρέας του ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς τον είχε ξυρίσει για τελευταία φορά την Τετάρτη και όλη την Τετάρτη και ακόμα όλη την Πέμπτη η μύτη του είχε παραμείνει άθικτη -αυτό το θυμόταν και ήταν τελείως πεπεισμένος- επιπλέον θα είχε νιώσει τον πόνο και δεν υπήρχε περίπτωση η πληγή να είχε κλείσει τόσο γρήγορα και να γίνει έτσι λεία σαν τηγανίτα. ‘ Aρχισε να κάνει σχέδια: θα έπρεπε να πάει στο δικαστήριο τη γυναίκα του αξιωματικού του επιτελείου μέσα από τα επίσημα κανάλια ή θα έπρεπε να πάει να την δει και να την κατηγορήσει ευθέως. Αυτούς τους συλλογισμούς του διέκοψε το φως που φάνηκε μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας και τον πληροφόρησε ότι ο Ιβάν είχε κιόλας ανάψει το κερί στο μπροστινό δωμάτιο. Η πρώτη αντίδραση του Κοβάλεφ ήταν ν’ αρπάξει το μαντήλι του και να σκεπάσει αυτόν τον άδειο χώρο, που μόλις την προηγούμενη

17

μέρα περιείχε μια μύτη, ώστε αυτός ο ηλίθιος υπηρέτης του να μη σταθεί χάσκοντάς τον.

Προτού ο Ιβάν προλάβει να μπει στο δωμάτιο, ακούστηκε στο χολ μια παράξενη φωνή που ρωτούσε: «Εδώ είναι η κατοικία του κολεγιακού παρέδρου Κοβάλεφ;»

«Περάστε. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είναι στην υπηρεσία σας», είπε ο Κοβάλεφ, που πετάχτηκε πάνω και άνοιξε την πόρτα.

Μέσα μπήκε ένας αστυφύλακας με κομψό παρουσιαστικό, με φαβορίτες που δεν ήταν ούτε στάλα πιο ανοιχτόχρωμες ή πιο σκούρες απ’ ό,τι έπρεπε και ολοστρόγγυλα μάγουλα, ο ίδιος αστυφύλακας που συναντήσαμε στην αρχή της ιστορίας στη γέφυρα Ισάκιεβσκι.

«Έχω δίκιο να πιστεύω ότι η Εντιμότης σας έχασε τη μύτη της;» «Έχετε δίκιο.»

«Έχει εντοπιστεί.»

«Τι λέτε;» φώναξε ο ταγματάρχης Κοβάλεφ. Ύστερα, άφωνος από

τη χαρά του, κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον αστυφύλακα που στεκόταν μπροστά του, του οποίου τα γεμάτα χείλη και μάγ ουλα έμοιαζαν να χορεύουν στο δυνατό φως του κεριού. «Πώς τη βρήκατε;»

«Από καθαρή τύχη: ετοιμαζόταν να το σκάσει όταν τον συλλάβαμε. Είχε κιόλας ανέβει στην ταχυδρομική άμαξα με προορισμό την Ρήγα. Το διαβατήριό του ήταν παλιό στο όνομα κάποιου αξιωματούχου. Ένα άλλο παράξενο πράγμα είναι ότι στην αρχή τον πέρασα για πρόσωπο. Αλλά ευτυχώς είχα μαζί μου τα γυαλιά μου και είδα αμέσως ότι ήταν μύτη. Βλέπετε, είμαι μύωπας και αν στεκόσασταν ακριβώς μπροστά μου θα έβλεπα μόνο ότι έχετε πρόσωπο, αλλά θα ήμουν αν ίκανος να ξεχωρίσω ο,τιδήποτε, όπως για παράδειγμα τη μύτη ή τα γένια. Η πεθερά μου, δηλαδή η μητέρα της γυναίκας μου, δεν μπορεί κι αυτή να δει τίποτα.»

Ο Κοβάλεφ ήταν τελείως συνεπαρμένος. «Πού είναι όμως; Πού είναι; Θα πάω αμέσως.»

«Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Εφόσον ήξερα ότι την χρειαζόσασταν, την έφερα μαζί μου. Και το παράξενο είναι ότι ο κύριος ένοχος σ’ αυτή την ιστορία είναι εκείνος ο κατεργάρης ο μπαρμπέρης στην οδό Βοζνεσέσκαγια, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο αστυνομικό τμήμα. Τον υποψιαζόμουν εδώ και πολύ καιρό ότι ήταν μεθύστακας και κλέφτης και μόλις πριν δυο μέρες ξάφρισε μια μεγάλη δέσμη κουμπιά από έναν πάγκο. Η μύτη σας είναι ακριβώς όπως ήταν όταν έφυγε.»

Λέγοντας αυτά, ο αστυφύλακας έβαλε το χέρι του στην τσέπη του

και έβγαλε μια μύτη τυλιγμένη σε χαρτί.

«Αυτή είναι!» φώναξε ο Κοβάλεφ. «Η μύτη μου! Δεν θα πιείτε μαζί

μου ένα φλιτζάνι τσάι σήμερα;»

«Μεγάλη μου τιμή, αλλά φοβάμαι πως δεν μπορώ. Πρέπει να πάω

κατευθείαν στη σωφρονιστική φυλακή… Είναι τρομερό πόσο ανεβαίνουν οι τιμές… Η πεθερά μου, δηλαδή η μητέρα της γυναίκας μου, ζει μαζί μας και ύστερα είναι και τα παιδιά. Το μεγαλύτερο υπόσχεται πολλά, τόσο λαμπρό παλικάρι, αλλά δεν έχουμε ούτε μπρούτζινο καπίκι για τη μόρφωσή του.»

Ο Κοβάλεφ κατάλαβε αμέσως πού το πήγαινε ο άλλος και παίρνοντας ένα χαρτονόμισμα των δέκα ρουβλίων από το γραφείο του το έβαλε στο χέρι του αστυφύλακα, που βγήκε από την πόρτα με βαθιά υπόκλιση και ακριβώς το επόμενο λεπτό, ο Κοβάλεφ τον άκουγε έξω στο δρόμο να επιπλήττει με ξυλιές κάποιο βλάκα χωριάτη που είχε καβαλήσει το κάρο του στο πεζοδρόμιο.

Με την αναχώρηση του αστυφύλακα ο κολεγιακός πάρεδρος κάθισε ζαλισμένος για λίγα λεπτά και τα είχε τόσο χαμένα απ’ αυτή την ξαφνική καλή τύχη, που χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα για να ξαναποκτήσει συνείδηση του περιβάλλοντος. Τελικά, πήρε προσεκτικά την ανακτημένη μύτη στη χούφτα του και για άλλη μια φορά την εξέτασε από κοντά.

«Αυτή είναι η μύτη μου!» είπε. «Να το σπυρί αριστερά που βγήκε χτες.» Ο ταγματάρχης γελούσε συνεχώς από χαρά.

Τίποτα, όμως, δεν διαρκεί πολύ σ’ αυτή τη ζωή και το δεύτερο λεπτό τα ξεσπάσματα χαράς δεν είναι ποτέ τόσο έντονα όσο το πρώτο λεπτό και στο τρίτο λεπτό υποχωρούν τελείως και η ψυχή μας επιστρέφει στη συνηθισμένη της κατάσταση, ακριβώς όπως ο κυματισμός τον οποίο δημιουργεί μια πέτρα που πέφτει στο νερό σβήνει σιγά σιγά και γίνεται ένα με τη λεία επιφάνεια του νερού γύρω του. Ο Κοβάλεφ άρχισε να ζυγιάζει τα πράγματα και συνειδητοποίησε ότι το ζήτημα δεν είχε ακόμα λυθεί: η μύτη είχε βρεθεί, αλλά έπρεπε και να κολληθεί, να επιστρέψει στη θέση της.

«Και τι γίνεται, αν δεν κολλάει;»

Με το που έβαλε το ερώτημα στον εαυτό του, ο ταγματάρχης χλώμιασε.

Έτρεξε ολοταχώς στην τουαλέτα γεμάτος πανικό και τράβηξε κοντύτερα τον καθρέπτη, ώστε να είναι σίγουρος ότι θα κολλούσε σωστά

19

τη μύτη. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς με λεπτολόγα προσοχή την τοποθέτησε στην προηγούμενη θέση της. Φρίκη! Η μύτη δεν κολλούσε!… Την έφερε κοντά στο στόμα του, τη ζέστανε με την αναπνοή του και την ξανατοποθέτησε στη λεία επιφάνεια ανάμεσα στα δυο μάγουλα, αλλά η μύτη δεν στεκόταν στη θέση της ούτε λεπτό.

«Για άκου… στάσου εκεί, ανόητη!» την διέταξε. Όμως η μύτη ήταν άκαμπτη σαν ξύλο και έπεσε στο τραπέζι κάνοντας ένα παράξενο θόρυβο σαν να ήταν φτιαγμένη από φελό. Το πρόσωπο του ταγματάρχη συσπάστηκε βίαια. «Σίγουρα θα κολλήσει», είπε με τρόμο. Όσες φορές, όμως, κι αν την έβαλε στη θέση της, όλες του οι προσπάθειες ήταν μάταιες.

Φώναξε τον Ιβάν και τον έστειλε να καλέσει τον γιατρό που έμενε στο ίδιο κτίριο και που νοίκιαζε το καλύτερο διαμέρισμα στον πρώτο όροφο. Αυτός ο γιατρός είχε χαρακτηριστική εμφάνιση, με θαυμάσιες μαύρες σαν κάρβουνο φαβορίτες και μια νόστιμη και δροσερή γυναίκα. Έτρωγε φρέσκα μήλα το πρωί και διατηρούσε το στόμα του αξιοσημείωτα καθαρά, κάνοντας γαργάρες σχεδόν επί τρία τέταρτα της ώρας κάθε πρωινό και γυαλίζοντας τα δόντια του με πέντε διαφορετικά είδη οδοντόβουρτσας. Ο γιατρός εμφανίστηκε αμέσως. Αφού ρώτησε πριν πόσο καιρό είχε συμβεί το ατύχημα, ανασήκωσε το κεφάλι του ταγματάρχη Κοβάλεφ πιάνοντάς το από το πηγούνι και πίεσε τον αντίχειρά του τόσο δυνατά σε κείνο το μέρος του προσώπου το οποίο φιλοξενούσε μια μύτη που ο ταγματάρχης αποτραβήχτηκε απότομα και κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Δεν ήταν τίποτα, είπε ο γιατρός και τον συμβούλευσε ν’ απομακρυνθεί από τον τοίχο. Ευθύς τον πρόσταξε να γύρει το κεφάλι του προς τα δεξιά και αφού ψηλάφισε το μέρος όπου ήταν άλλοτε η μύτη, είπε: «Μπα!» Έπειτα, του είπε να γυρίσει το κεφάλι του αριστερά και κάνοντας άλλη μια φορά «Μπα!» τον πάτησε ξανά με τον αντίχειρά του κάνοντας τον ταγματάρχη Κοβάλεφ να τινάξει το κεφάλι του προς τα πίσω σαν άλογο που του εξέταζαν τα δόντια. Μετά από αυτή τη δοκιμή, ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Όχι, δεν μπορεί να γίνει. Θα σας συμβούλευα να την αφήσετε έτσι όπως είναι, αλλιώς θα μπορούσε να γίνει χειρότερα. Θα μπορούσε φυσικά να κολλήσει και θα μπορούσα να το κάνω αμέσως, αλλά σας διαβεβαιώ ότι απλώς θα ήταν χειρότερα για σας.»

«Τώρα αυτό είναι το πρωτεύον! Πώς μπορώ να συνεχίσω χωρίς μύτη;» διαμαρτυρήθηκε ο Κοβάλεφ. «Δεν μπορεί να είναι χειρότερα από τώρα.

Ακούγονται οι

Sergei Sergeyevich Prokofiev (1891 – 1953)

Ο Yefim Bronfman ερμηνεύει το Piano Concerto n. 2 σε G ελάσσονα op. 16
Andantino – Allegretto, Scherzo, Intermezzo, Allegro tεmpestoso
Ο Vassily Sinaisky διευθύνει την Rai National Symphony Orchestra (Orchestra Sinfonica Nazionale della Rai)
Giampaolo Pretto, φλάουτο
Τορίνο, 1997

Sergei Vasilievich Rachmaninoff (1873 – 1943) ερμηνεύει, το 1983, η Martha Argerich στο πιάνο κονσέρτο Νο 3 με τηνDeutsches Symphonie-Orchester Berlin και διευθυντή τον Ricardo Chailly

Τα μέρη

Allegro ma non tanto

Intermezzo: Adagio

Finale: Alla breve

Καλή ανάγνωση και ακρόαση (αν μπορείτε ταυτόχρονα)

Mail επικοινωνίας vromikesskepsis@yahoo.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s