Η Μύτη

Ο Νικολάι Γκόγκολ  (1809-1852) «Η Μύτη

Νικολάι Γκόγκολ Η μύτη

Στις 25 Μαρτίου συνέβη ένα εξαιρετικό γεγονός στην Αγία Πετρούπολη. Ο κουρέας Ιβάν Γιακόβλεβιτς, κάτοικος της λεωφόρου Βοζνεσένσκι (το επώνυμό του έχει χαθεί και δεν φαίνεται ούτε στην ταμπέλα του μαγαζιού του, που απεικονίζει έναν κύριο με καλοσαπουνισμένα μάγουλα και την επιγραφή «Γίνονται επίσης αφαιμάξεις»), ξύπνησε νωρίς το πρωί και η μυρωδιά ζεστού ψωμιού του τρύπησε τη μύτη. Ανασηκώθηκε ελαφρά στο κρεβάτι του και είδε ότι η γυναίκα του, μια καθ’ όλα αξιοσέβαστη κυρία, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον καφέ, έβγαζε φρεσκοψημένες φραντζόλες από το φούρνο.

«Σήμερα, Πρασκόβγια Οσίποβνα, δεν θα πιω καφέ», ανάγγειλε ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, «αντίθετα, θα ήθελα να φάω ένα ζεστό καρβέλι με κρεμμύδι.» (Στην πραγματικότητα, στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς θα του άρεσε να πιει και καφέ, αλλά ήξερε ότι θα ήταν εντελώς μάταιο να ζητήσει ταυτοχρόνως και τα δυο, γιατί η Πρασκόβγια Οσίποβνα κατσούφιαζε για τα καλά με τέτοιες ιδιοτροπίες). «‘Aσε τον ανόητο γέρο να φάει ψωμί, τόσο το καλύτερο για μένα», σκέφτηκε η γυναίκα του, «θα πιω ακόμα ένα φλιτζάνι καφέ.» Και πέταξε ένα καρβέλι στο τραπέζι.

Χάριν αξιοπρεπείας ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς έβαλε μια ρόμπα πάνω από την πουκαμίσα του, κάθισε στο τραπέζι, έβαλε λίγο αλάτι, καθάρισε δυο κρεμμύδια, πήρε ένα μαχαίρι και με εξαιρετικά σοβαρό ύφος άρχισε να κόβει το καρβέλι. Κόβοντάς το στη μέση κοίταξε μέσα και προς μεγάλη του έκπληξη είδε κάτι άσπρο. Το έβγαλε προσεκτικά με το μαχαίρι του και το πάτησε με το δάκτυλό του. «Είναι σκληρό…» σκέφτηκε, «τι στο καλό μπορεί να είναι;»

Το πίεσε με τα δάκτυλά του και το έβγαλε -μια μύτη!… Στη θέα της τα χέρια του κρεμάστηκαν, ύστερα έτριψε τα μάτια του και ξανακοίταξε το αντικείμενο: ναι, μια μύτη, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, και μάλιστα του φαινόταν σαν να την ήξερε. Μια έκφραση φρίκης απλώθηκε στο πρόσωπο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς. Όμως αυτή η φρίκη δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την αγανάκτηση που κατέλαβε την κυρία σύζυγό του.

«Από πού έκοψες αυτή τη μύτη, χασάπη;» έσκουξε, κιτρινίζοντας από την οργή της. «Ρεμπεσκέ! Μπεκρούλιακα! Εγώ η ίδια θα το αναφέρω στην αστυνομία. Εγκληματία με δίπλωμα! Κιόλας τρεις άνθρωποι μού ‘χουν πει ότι τους τράβηξες τόσο δυνατά τις μύτες ενώ τους ξύριζες, ώστε είναι θαύμα που αυτές είναι ακόμα στη θέση τους.»

Όμως ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς είχε αποσβολωθεί. Είχε αναγνωρίσει τη μύτη: ανήκε στον κολεγιακό πάρεδρο 1, τον οποίο ξύριζε κάθε Τετάρτη και Σάββατο.

«Περίμενε, Πρασκόβγια Οσίποβνα! Θα την τυλίξω σε ένα πανί και θα την βάλω εκεί στη γωνιά. ‘Aφησέ την εκεί για λίγο, μετά θα την πάρω.»

«Μην συνεχίζεις! Νομίζεις ότι θα επιτρέψω να στέκεται στο δωμάτιό μου μια κομμένη μύτη; Βλάκα! Στο μόνο που είσαι καλός είναι να τροχίζεις το ξυράφι σου και σύντομα δεν θα μπορείς καθόλου να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, μπουνταλά! Μασκαρά! Νομίζεις ότι θα πάρω το μέρος σου στην αστυνομία; Ούτε που να το σκέφτεσαι, ανίκανε, χοντροκέφαλε! Πάρ’ την από δω! Αμέσως! Όπου σου αρέσει, αλλά να μην την ξαναδώ!»

Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς στεκόταν εκεί εμβρόντητος. Κόντευε να χάσει τα μυαλά του, τα είχε τελείως χαμένα. «Ο διάβολος ξέρει πώς έγινε αυτό», είπε τελικά, ξύνοντας το κεφάλι του. «Ίσως ήρθα σπίτι μεθυσμένος χτες βράδυ, ίσως όχι, δεν μπορώ να πω. Αλλά τι σχέση έχει αυτό; Είναι εντελώς γελοίο. Εννοώ ότι το ψωμί είναι κάτι που το ψήνουμε και μια μύτη δεν έχει καμιά σχέση. Είναι μυστήριο για μένα!…» Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς βυθίστηκε σε σιωπή. Η σκέψη ότι η αστυνομία μπορούσε να τον βρει με τη μύτη και να τον συλλάβει τον τρομοκρατούσε. Έβλεπε κιόλας με τη φαντασία του το κόκκινο κολάρο, με το ωραίο ασημένιο σιρίτι, το σπαθί… και έτρεμε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Τελικά πήρε τη φανέλα του και τις μπότες του, τις φόρεσε και με τη συνοδεία των δυσοίωνων προσταγών της Πρασκόβγια Οσίποβνα τύλιξε τη μύτη σε ένα πανί και βγήκε στο δρόμο.

Ήθελε να την κρύψει κάπου μακριά, ίσως να τη χώσει πίσω από καμιά πέτρα κοντά στις πύλες ή να την πετάξει τυχαία κάπου και ύστερα να στρίψει βιαστικά στον κοντινότερο δρόμο. Αλλά προς απογοήτευσή του, έπεφτε συνεχώς πάνω σε γνωστούς, που του γίνονταν τσιμπούρι: «Πού πηγαίνεις;» ή «Ποιον πας να ξυρίσεις τόσο πρωί;» και δεν άφηναν καμιά δυνατότητα στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Κάποια στιγμή κατάφερε να την πετάξει, αλλά ένας αστυφύλακας που έκανε περιπολία τον φώναξε δείχνοντας με τη λόγχη του: «Ε, εσείς! Σας έπεσε κάτι!» Και ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν υποχρεωμένος να πάρει τη μύτη και να την παραχώσει στην τσέπη του. Είχε αρχίσει να απελπίζεται, γιατί ο δρόμος γέμιζε κόσμο καθώς άνοιγαν τα μαγαζιά και οι πάγκοι.

Αποφάσισε να τραβήξει για τη γέφυρα Ισακιέβσκι, όπου αν είχε τύχη θα μπορούσε να την πετάξει στον Νέβα… Όμως είμαι ένοχος ελαφριάς αβλεψίας, εφόσον μέχρι τώρα έχω παραλείψει να σας πω ο,τιδήποτε για τον Ιβάν Γιακόβλεβιτς, πρόσωπο άξιο εκτίμησης από πολλές απόψεις.

Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, όπως κάθε Ρώσος μαγαζάτορας που σέβεται τον εαυτό του, ήταν φοβερός μπεκρής. Και παρόλο που κάθε μέρα της εβδομάδας ξύριζε τα πηγούνια των άλλων, το δικό του ήταν σταθερά αξύριστο. Το φράκο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς (γιατί ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ποτέ δε φορούσε ρεντιγκότα) ήταν ψαρωτό, δηλαδή μαύρο, αλλά με κιτρινοκαφέ και γκρίζες βούλες. Το κολάρο ήταν τριμμένο και στη θέση των τριών κουπιών κρέμονταν απλώς κλωστές. Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν πολύ κυνικός και όταν, καταπώς το συνήθιζε, ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ του έκανε την παρατήρηση ενώ τον ξύριζε: «Ιβάν Γιακόβλεβιτς, τα χέρια σου πάντα βρωμάνε!», ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς θα αποκρινόταν: «Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσαν.» «Δεν το ξέρω, παλιόφιλε, αλλά αυτά το ξέρουν», θα έλεγε ο κολεγιακός πάρεδρος και ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, ρουφώντας μια πρέζα ταμπάκο, θα αντιδρούσε σε αυτή την παρατήρηση σαπουνίζοντάς τον στα μάγουλα, κάτω από τη μύτη, πίσω από τα αυτιά και κάτω από το πηγούνι, με άλλα λόγια, όπου του κατέβαινε.

Αυτός ο ευυπόληπτος πολίτης είχε τώρα φτάσει στη γέφυρα Ισακιέβσκι. Πρώτα κοίταξε τριγύρω, ύστερα έσκυψε πάνω από τα κάγκελα σαν να ήθελε να κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα, για να εξακριβώσει αν υπήρχαν πολλά ψάρια εκείνη τη μέρα και στα κλεφτά έριξε το πανί που περιείχε τη μύτη. Ένιωσε σαν να είχε φύγει ένα βάρος τόνου από τους ώμους του, μάλιστα ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς γέλασε χαμηλόφωνα. Αντί να πάει να ξυρίσει τα πηγούνια δημοσίων υπαλλήλων, έστρεψε τα βήματά του προς ένα κατάστημα με την επιγραφή: «Τρόφιμα και τσάι» για να παραγγείλει ένα ποτήρι ποντς, όταν πρόσεξε ξαφνικά στην άλλη άκρη της γέφυρας έναν αξιωματικό της αστυνομίας, με επιβλητικό παράστημα, με φαβορίτες σαν μπριζόλες, τρίκωχο καπέλο και ξίφος. Κοκάλωσε. Στο μεταξύ, ο αξιωματικός της αστυνομίας δείχνοντάς τον με το δάκτυλο, είπε: «Σταμάτα, καλέ μου άνθρωπε!»

Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, που ήξερε τη σωστή διαδικασία σε τέτοιες περιστάσεις, έβγαλε το καπέλο του ενώ απείχε ακόμα αρκετά και πλησιάζοντας ζωηρά είπε: «Πολλή καλημέρα σας, εντιμότατε!»

«Όχι, όχι, φίλε μου, αφήστε τα ‘εντιμότατε’ και πείτε μου τι κάνατε πάνω στη γέφυρα, ε;»

«Στο όνομα του Θεού, κύριε, πήγαινα σε ένα πελάτη και σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά πόσο γρήγορα κυλά το ποτάμι.»

«Λες ψέματα! Μην νομίζεις ότι θα ξεφύγεις μ’ αυτό. Ας ακούσουμε, λοιπόν, την αλήθεια!»

«Θα ήμουν ευτυχής, εντιμότατε, αν σας ξύριζα δυο φορές τη βδομάδα ή ακόμα και τρεις φορές, χωρίς κανένα παράπονο», απάντησε ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς.

«Όχι, φίλε μου, αυτό δεν αρκεί. Έχω κιόλας τρεις μπαρμπέρηδες να με ξυρίζουν και όλοι τους το θεωρούν μεγάλη τιμή. Αλλά τώρα ας ακούσουμε τι κάνατε;»

Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς χλώμιασε… Σ’ αυτό το σημείο, όμως, τα γεγονότα τυλίγονται στην καταχνιά και δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για ό,τι επακολούθησε.

Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ ξύπνησε πολύ νωρίς και ξεφύσηξε «μπρ!…» όπως έκανε πάντα όταν ξυπνούσε, χωρίς να υπάρχει κανείς προφανής λόγος ακόμα και για τον ίδιο. Τεντώθηκε και ζήτησε το μικρό καθρέφτη που ήταν πάνω στην τουαλέτα. Ήθελε να ρίξει μια ματιά στο σπυρί που είχε εμφανιστεί στη μύτη του την προηγούμενη νύκτα. Αλλά προς τεράστια κατάπληξή του είδε ότι εκεί που θα έπρεπε να είναι η μύτη του ήταν μια επίπεδη επιφάνεια! Ένιωσε φρίκη, ζήτησε νερό και σκούπισε τα μάτια του με μια πετσέτα: ήταν αλήθεια, δεν υπήρχε καθόλου μύτη! Τσιμπήθηκε για να σιγουρευτεί ότι δεν κοιμόταν. Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ πετάχτηκε απ ό το κρεβάτι του και κουνήθηκε: δεν υπήρχε καθόλου μύτη!… Ζήτησε αμέσως τα ρούχα του και ξεκίνησε βιαστικά με κατεύθυνση το γραφείο του αστυνομικού διευθυντή.

Στο μεταξύ όμως, ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τη γνωριμία του Κοβάλεφ, ώστε να μπορεί να καταλάβει από μόνος του τι είδους άνθρωπος ήταν ο κολεγιακός μας πάρεδρος. Οι κολεγιακοί πάρεδροι, που παίρνουν αυτό το βαθμό με τη βοήθεια ποικίλων πανεπιστημιακών διπλωμάτων, δεν μπορούν κατ’ ουδένα τρόπο να συγκριθούν με εκείνους τους κολεγιακούς παρέδρους που αποκτούν αυτή τη θέση στον Καύκασο 2. Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά είδη. Για μορφωμένους κολεγιακούς παρέδρους… Όμως η Ρωσία είναι τόσο παράξενο μέρος που άμα πεις κάτι για έναν κολεγιακό πάρεδρο, είναι σίγουρο ότι όλοι οι συνάδελφοί του, από τη Ρήγα μέχρι την Καμτσάτκα, το παίρνουν προσωπικά. Το ίδιο ισχύει για όλους τους βαθμούς και για όλα τα αξιώματα. Ο Κοβάλεφ είχε γίνει κολεγιακός πάρεδρος στον Καύκασο. Είχε αυτό το βαθμό μόνον δυο χρόνια και έτσι φούσκωνε ακόμα για τη νεοαποκτημένη του αξιοπρέπεια. Για να δίνει στον εαυτό του ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και κύρος, αποκαλούσε πάντα τον εαυτό του ταγματάρχη αντί κολεγιακό πάρεδρο. «‘Aκουσε, καλή μου γυναίκα», θα έλεγε, αν συναντούσε κάποια πωλήτρια υποκαμίσων στο δρόμο, «έλα σπίτι μου, το διαμέρισμά μου είναι στην οδό Σαντόβαγια. Ρώτα οποιονδήποτε που μένει ο ταγματάρχης Κοβάλεφ και θα σου δείξει.» Και αν ξεχώριζε καμιά ιδιαίτερα χαριτωμένη νέα, θα της έδινε πρόσθετη μυστική παραγγελία, λέγοντας: «Ρώτα την ορντινάντσα μου για το διαμέρισμα του ταγματάρχη Κοβάλεφ.» Γι’ αυτό το λόγο, θα αποκαλούμε στον εξής τον κολεγιακό μας πάρεδρο ταγματάρχη.

Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε τη συνήθεια να κάνει καθημερινά περίπατο κατά μήκος της λεωφόρου Νιέβσκι. Το κολάρο του πουκαμίσου του ήταν πάντα άσπρο σαν το χιόνι και κολλαριστό. Οι φαβορίτες του ήταν του είδους που μπορούμε ακόμα να δούμε στα μάγουλα επαρχιακών επιθεωρητών, αρχιτεκτόνων, στρατιωτικών γιατρών, αστυνομικών κάθε είδους και γενικά όλων των κυρίων που είναι προικισμένοι με γεμάτα, ροδοκόκκινα μάγουλα και κλίση στην πρέφα. Αυτές οι φαβορίτες εκτείνονται μέχρι τη μέση του μάγουλου και από κει φθάνουν ακριβώς μέχρι τη μύτη. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε πολλές σφραγίδες από κορνέλιο, μερικές με εμβλήματα και άλλες που έγραφαν: Τετάρτη, Πέμπτη, Δευτέρα και ούτω καθεξής. Ο ταγματάρχης είχε έρθει στην Αγία Πετρούπολη για έναν ειδικό σκοπό, συγκεκριμένα για να βρει μια θέση κατάλληλη για το βαθμό του. Αν το πετύχαινε θα ήταν σε επίπεδο υποδιοικητή, αν όχι θα κανόνιζε μια θέση στη διοίκηση κάποιου σημαντικού υπουργείου. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ δεν ήταν αντίθετος με την ιδέα του γάμου, αλλά μόνον με την προϋπόθεση ότι η νύφη θα διέθετε κεφάλαιο διακοσίων χιλιάδων. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί τώρα να κρίνει από μόνος του τη διάθεση του ευυπόληπτου ταγματάρχη, όταν αυτός ανακάλυψε αντί για μια ευπαρουσίαστη μύτη μετρίων διαστάσεων μια γελοία, κενή, επίπεδη επιφάνεια.

Για κακή του τύχη, δεν φαινόταν καμιά άμαξα στο δρόμο και ήταν

υποχρεωμένος να πάει με τα πόδια, τυλιγμένος στην κάπα του και καλύπτοντας το πρόσωπό του μ’ ένα μαντήλι σαν κάποιος που η μύτη του αιμορραγεί. «Ίσως τα φαντάζομαι όλα αυτά, μια μύτη δεν μπορεί να εξαφανιστεί έτσι.» Πήγε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο με συγκεκριμένο σκοπό να κοιταχτεί σ’ ένα καθρέπτη. Για καλή του τύχη δεν ήταν κανείς στο μαγαζί, οι σερβιτόροι καθάριζαν τις αίθουσες και τακτοποιούσαν τις καρέκλες. Μερικοί κουβαλούσαν δίσκους με ζεστές πίτες. Οι χτεσινές λεκιασμένες με καφέδες εφημερίδες ήταν πεταμένες στα τραπέζια και στις καρέκλες. «Δόξα στο Θεό, δεν είναι κανείς εδώ», είπε, «τώρα μπορώ να ρίξω μια ματιά.» Πλησίασε δειλά τον καθρέπτη και κοίταξε: «Τι αηδιαστικό!» αναφώνησε φτύνοντας… «Αν τουλάχιστον υπήρχε κάτι στη θέση της μύτης, αλλά να μην έχει μείνει τίποτα!…»

Δαγκώνοντας από στενοχώρια τα χείλη του, έφυγε από το ζαχαροπλαστείο και αποφάσισε να αποχωριστεί τη συνήθεια που είχε και να μην κοιτάξει ούτε να χαμογελάσει σε κανένα. Ξαφνικά, κοκάλωσε δίπλα στο κούφωμα μιας πόρτας, καθώς ένα απίστευτο γεγονός ξετυλιγόταν κάτω από τα μάτια του: μια άμαξα σταμάτησε στην είσοδο, οι πόρτες άνοιξαν, ένας αξιωματικός με στολή βγήκε σκυφτός και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Φανταστείτε τη φρίκη και την κατάπληξη του Κοβάλεφ, όταν αναγνώρισε ότι αυτό το άτομο ήταν η ίδια του η μύτη! Αυτό το απίθανο θέαμα τον έκανε να τρικλίζει από κατάπληξη και μόλ ις που μπορούσε να κρατηθεί όρθιος στα πόδια του, αλλά αποφάσισε όποιο κι αν ήταν το τίμημα να περιμένει την επιστροφή της μύτης στην άμαξα και παρέμεινε εκεί τρέμοντας σαν να είχε πυρετό. Πράγματι, δυο λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε η μύτη. Φορούσε χρυσοκεντημένη στολή με ψηλό, σκληρό κολάρο, πέτσινη κυλότα και ένα σπαθί κρεμόταν στο πλευρό του. Από το φτερωτό καπέλο του ήταν φανερό ότι είχε το βαθμό του κρατικού συμβούλου 3. Ήταν επίσης φανερό από το παρουσιαστικό του ότι πήγαινε επίσκεψη. Κοίταξε γύρω, φώναξε στον αμαξά «Εδώ!», ανέβηκε στην άμαξα και τα άλογα ξεκίνησαν καλπάζοντας.

Ο κακόμοιρος Κοβάλεφ σχεδόν έχασε το μυαλό του. Δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτό το εξαιρετικά απίθανο συμβάν. Και πράγματι, πώς θα μπορούσες να εξηγήσεις το γεγονός ότι μια μύτη, που την προηγούμενη μέρα ήταν ακόμη κολλημένη στο πρόσωπό του, ανίκανη να ιππεύσει ή να περπατήσει, φορούσε τώρα στολή! Ακολούθησε τον αμαξά, που ευτυχώς δεν πήγε μακριά προτού σταματήσει μπροστά στον καθεδρικό ναό του Καζάν.

Κατευθύνθηκε βιαστικά προς τον καθεδρικό ναό, άνοιξε δρόμο ανάμεσα από τις γριές ζητιάνες, οι οποίες είχαν τυλιγμένα τα πρόσωπά τους με κουρέλια αφήνοντας μόνον δυο σχισμές για τα μάτια, θέαμα που προηγουμένως του προκαλούσε πάντα ιλαρότητα και μπήκε στην εκκλησία. Δεν υπήρχαν πολλοί μέσα και ήταν στριμωγμένοι γύρω από την είσοδο. Ο Κοβάλεφ ήταν τόσο αναστατωμένος που του ήταν εντελώς αδύνατο να προσευχηθεί και ερευνούσε ζωηρά με το βλέμμα την εκκλησία ελπίζοντας να διακρίνει τον κύριο με τη στολή. Τελικά τον είδε να στέκεται στην μια πλευρά. Η μύτη είχε κρύψει τελείως το πρόσωπό της στο ψηλό, σκληρό κολάρο και προσευχόταν με έκφραση υπέρτατης ευσέβειας.

«Πώς μπορώ να τον πλησιάσω;» σκέφτηκε ο Κοβάλεφ. «Αν κρίνω από τη στολή του και το καπέλο του θα πρέπει να είναι κρατικός σύμβουλος. Ένας Διάβολος ξέρει τι πρέπει να κάνω!»

Έβηξε καθώς τον πλησίαζε, αλλά η μύτη, απτόητη, παρέμεινε στη ψευτοθεοσεβούμενη στάση της, κάνοντας βαθιές υποκλίσεις στην κατεύθυνση της Αγίας Τράπεζας. «Καλέ μου κύριε…» είπε ο Κοβάλεφ, επιστρατεύοντας στην απελπισία του όλο του το θάρρος, «καλέ μου κύριε…»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η μύτη κοιτάζοντας γύρω.

«Είμαι έκπληκτος, κύριε… Νομίζω… θα έπρεπε να ξέρετε τη θέση σας. Και κοιτάξτε πού σας βρίσκω: σε μια εκκλησία. Θα πρέπει να συμφωνείτε…»

«Συγχωρέστε με, αλλά μου είναι αδύνατο να καταλάβω ο,τιδήποτε απ’ όσα μου λέτε. Παρακαλώ εξηγηθείτε.»

«Πώς μπορώ να εξηγηθώ;» σκέφτηκε ο Κοβάλεφ και ξαναπαίρνοντας θάρρος άρχισε: «Φυσικά… τώρα είμαι ταγματάρχης. Και, είμαι σίγουρος ότι συμφωνείτε, το να τριγυρνάω χωρίς μύτη είναι μάλλον ανάρμοστο. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν κάποια πλανόδια πωλήτρια που πουλά καθαρισμένα πορτοκάλια στη γέφυρα Βοσκρεσένσκι καθόταν εκεί χωρίς μύτη, αλλά καθώς ελπίζω σε προαγωγή… και επιπλέον να γνωριστώ με τις κυρίες κάποιων διακεκριμένων οικογενειών, με τη σύζυγό του κρατικού συμβούλου Τσεκτάργιοφ και άλλες… Κρίνετε μόνος σας… Δεν ξέρω καθόλου πώς να θέσω το ζήτημα, κύριε…» (Μ’ αυτά τα λόγια ο ταγματάρχης Κοβάλεφ σήκωσε τους ώμους.) «Συγχωρέστε με, αλλά αν το δείτε αυστηρά από την άποψη του καθήκοντος και της τιμής… θα πρέπει σίγουρα να συμφωνείτε…»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα», απάντησε η μύτη. «Θα ήταν καλοσύνη σας αν γινόσασταν σαφής.»

«Καλέ μου κύριε…» είπε ο Κοβάλεφ με αξιοπρεπές ύφος. «Στην πραγματικότητα, δυσκολεύομαι να καταλάβω τα λόγια σας… Εμένα μου φαίνεται πολύ απλό… Ή επιθυμείτε… Το ζήτημα είναι ότι είσαστε η μύτη μου!»

Η μύτη κοίταξε τον ταγματάρχη και τα χαρακτηριστικά της συνοφρυώθηκαν.

«Κάνετε λάθος, καλέ μου κύριε. Είμαι αυθύπαρκτο άτομο. Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά στενή σχέση μεταξύ μας, γιατί αν κρίνω από τα κουμπιά της στολής σας θα πρέπει να υπηρετείτε σε άλλο υπουργείο.» Αφού είπε αυτά, η μύτη γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε να προσεύχεται.

Τώρα ο Κοβάλεφ τα είχε εντελώς χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε καν τι να σκεφτεί. Ακριβώς τότε άκουσε το ευχάριστο θρόισμα γυναικείου φουστανιού: πλησίαζε μια ηλικιωμένη κυρία, στολισμένη με ένα σωρό δαντέλες και συνοδευόμενη από μια αδύνατη ύπαρξη, ντυμένη μ’ ένα λευκό φόρεμα που ταίριαζε τέλεια με τη λιγνή της κορμοστασιά και ένα ανοικτό κίτρινο καπέλο, ελαφρύ σαν φύλλο για μιλφέγι. Πίσω τους στεκόταν ένας ψηλός υπηρέτης με μεγάλες φαβορίτες και γεμάτος δαντέλες που άνοιγε μια ταμπακέρα.

Ο Κοβάλεφ πλησίασε λίγο περισσότερο, έσιαξε το μπατιστένιο κολάρο του πουκαμίσου του, προσάρμοσε τις σφραγίδες στην χρυσή αλυσίδα του ρολογιού του και χαμογελώντας δεξιά και αριστερά έστρεψε την προσοχή του στην λιγνή κυρία, που έγειρε ελαφρά προς τα μπροστά, σαν λουλούδι την άνοιξη, καθώς ύψωσε στο μέτωπό της τα σχεδόν διαφανή δάκτυλα του κατάλευκου σαν κρίνου χεριού του. Το χαμόγελο του Κοβάλεφ έγινε πλατύτερο όταν κάτω από το καπέλο της διέκρινε ένα στρογγυλό, βελούδινο πηγούνι και ένα μέρος από το μάγουλό της, που είχε το χρώμα του πρώτου ανοιξιάτικου τριαντάφυλλου. Ξαφνικά, όμως, αναπήδησε σαν να τον είχαν ζεματίσει. Θυμήθηκε ότι στη θέση της μύτης δεν είχε απολύτως τίποτα και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. Έκανε μεταβολή για να πει με πολλά λόγια στον κύριο με τη στολή ότι απλώς ισχυριζόταν πως ήταν κρατικός σύμβουλος, πως ήταν απατεώνας και παλιάνθρωπος και ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά η μύτη του… Όμως, η μύτη είχε εξαφανιστεί· στο διάστημα που μεσολάβησε είχε σημάνει υποχώρηση, αναμφίβολα για να κάνει κάποια άλλη επίσκεψη.

Αυτό βύθισε τον Κοβάλεφ σε απελπισία. Βγήκε έξω και σταμάτησε για μια στιγμή στη στοά, κοιτάζοντας προσεκτικά γύρω με την ελπίδα πως θα ξεχώριζε τη μύτη. Θυμόταν ευκρινώς ότι φορούσε καπέλο με φτερό και χρυσοκεντημένη στολή, αλλά δεν είχε προσέξει το πανωφόρι του, ούτε το χρώμα της άμαξάς του, ούτε τα άλογά του, ούτε καν αν είχε λακέ και αν είχε τι λιβρέα φορούσε αυτός. Επιπλέον, υπήρχαν τόσες πολλές άμαξες που συνωστίζονταν πηγαίνοντας πάνω κάτω και με τέτοια ταχύτητα που δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει μεταξύ τους κ αι εξάλλου ήταν εντελώς ανίσχυρος να σταματήσει οποιαδήποτε από αυτές. Ήταν μια θεσπέσια ηλιόλουστη μέρα. Πλήθη κόσμου ήταν μαζεμένα στον Νιέβσκι και τα πεζοδρόμια ξεχείλιζαν από ένα λουλουδένιο καταρράκτη κυριών σε όλο το δρόμο από τη γέφυρα Πολιτσέικι μέχρι τη γέφυρα Ανίτσκοφ. Εκεί ήταν ένας γνωστός του, ένας αυλικός σύμβουλος, τον οποίο προσφωνούσε αντισυνταγματάρχη, ιδιαίτερα μπροστά σε ξένους. Εδώ είδε τον Γιαρίγκιν, επικεφαλής μιας υπηρεσίας στη Γερουσία, μεγάλο φίλο, που πάντοτε έχανε όταν έπαιζε πρέφα. Δίπλα, κάποιος άλλος ταγματάρχης, που κι αυτός είχε κερδίσει το βαθμό του κολεγιακού παρέδρου στον Καύκασο, του έγνεψε σε χαιρετισμό…

«Στο διάβολο!» είπε ο Κοβάλεφ. «Ε, αμαξά, πήγαινέ με αμέσως στον αστυνομικό διευθυντή!»

Ο Κοβάλεφ ανέβηκε σε μια ντρόσκι και κάθισε φωνάζοντας στον αμαξά: «Όσο πιο γρήγορα μπορείς!»

«Είναι ο αστυνομικός διευθυντής στο σπίτι;» φώναξε, κοιτώντας στον προθάλαμο.

«Φοβάμαι πως όχι», απάντησε ο υπηρέτης, «μόλις βγήκε.»

«Να πάρει ο διάβολος!»

«Ναι», συνέχισε ο υπηρέτης, «δεν έχει πολλή ώρα, αλλά έχει φύγει.

Ένα λεπτό νωρίτερα και θα τον είχατε προλάβει.»

Ο Κοβάλεφ, που όλη την ώρα σκέπαζε το πρόσωπό του με το

μαντήλι, ξανανέβηκε στην άμαξα και φώναξε με απελπισμένη φωνή: «Ξεκίνα!»

«Για πού;» ρώτησε ο αμαξάς. «Ίσια μπροστά!» «Πώς γίνεται; Ο δρόμος χωρίζει στα δυο. Δεξιά ή αριστερά;»

Αυτή η ερώτηση υποχρέωσε τον Κοβάλεφ να σταθεί και να σκεφτεί. Στη θέση που βρισκόταν θα ήταν καλύτερα να επιστρέψει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης 4, όχι γιατί αυτό συνδεόταν άμεσα με την αστυνομία, αλλά γιατί διεκπεραίωνε τις υποθέσεις πολύ πιο γρήγορα από τις άλλες υπηρεσίες. Να ζητήσει ικανοποίηση από την υπηρεσία όπου η μύτη ισχυριζόταν ότι εργαζόταν δεν θα ήταν προφανώς συνετό. Ήταν φανερό από τις ίδιες τις δηλώσεις της μύτης ότι αυτό το πλάσμα δεν είχε ιερό και όσιο και ότι ήταν εξίσου πιθανό να ξαναπεί ψέματα, όπως είχε πει ψέματα και προηγουμένως, όταν ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχε αντικρίσει τον ταγματάρχη Κοβάλεφ. Ο Κοβάλεφ ήταν έτοιμος να διατάξει τον αμαξά να πάει στο Υπουργείο Δημόσιας Τά ξης, όταν του ήρθε στο μυαλό μια άλλη σκέψη, συγκεκριμένα, ότι αυτός ο κατεργάρης και απατεώνας, που στην πρώτη τους συνάντηση είχε φερθεί τόσο ξετσίπωτα, μπορεί να το είχε κιόλας σκάσει από την πόλη. Σ’ αυτή την περίπτωση, όλες οι προσπάθειες να τον βρει θα ήταν εντελώς μάταιες, είτε θα συνεχίζονταν, ο Θεός να φυλάει, για έναν ολόκληρο μήνα. Τελικά, ήταν σαν να τον καθοδήγησε ο Θεός. Αποφάσισε να πάει κατευθείαν στα γραφεία της εφημερίδας και να βάλει αμέσως μια αγγελία με λεπτομερειακή περιγραφή όλων της των γνωρισμάτων, ώστε, όποιος την έβλεπε, θα μπορούσε να του την ξαναβρεί ή τουλάχιστον να τον πληροφορήσει πού βρισκόταν. Αφού κατέληξε σ’ αυτή την απόφαση, διέταξε τον αμαξά να κατευθυνθεί στα γραφεία της εφημερίδας και σ’ όλη τη διαδρομή ξεφυσούσε πίσω του φωνάζοντας: «Πιο γρήγορα, κατεργάρη! Πιο γρήγορα, μασκαρά!» «Ουφ, κύριε!» μούγκρισε ο αμαξάς, κουνώντας το κεφάλι του και τραβώντας ελαφρά τα γκέμια του αλόγου του, που ήταν τριχωτό σαν μαλλιαρό σκυλάκι. Μετά από ώρα, η άμαξα σταμάτησε τελικά και ο Κοβάλεφ έτρεξε ασθμαίνοντας στη μικρή αίθουσα υποδοχής, όπου ένας γκριζομάλλης διοπτροφόρος γραμματέας μ’ ένα παλιό φράκο καθόταν πίσω από ένα γραφείο και δαγκώνοντας την πένα του από φτερό μετρούσε μια στοίβα χάλκινα νομίσματα που ήταν ακουμπισμένα μπροστά του.

«Ποιος παίρνει τις αγγελίες εδώ;» φώναξε ο Κοβάλεφ. «Α, καλημέρα!»

«‘Μέρα», είπε ο γκριζομάλλης γραμματέας σηκώνοντας τα μάτια για μια στιγμή και ξαναχαμηλώνοντάς τα στις τακτοποιημένες στοίβες νομισμάτων….συνεχίζεται

Ακούμε μουσική από τους

B.B. King – Blues Boys Tune

B. B. King – The Thrill Is Gone

John Lee Hooker Blues Before Sunrise

Texas Blues…….. Mance Lipscombe

Amy Winehouse – Back To Black

Εδώ σας αποχαιρετώ, καλή εβδομάδα.

Mail επικοινωνίας vromikesskepsis@yahoo.gr

Advertisements

2 thoughts on “Η Μύτη

  1. Τί ξεκίνησες πάλι…
    Χαρά στο κουράγιο σου…
    Και σκέψου πως πέθανε γύρω στα 45 του…

    • Προθέρμανση κάνω.
      Και με άθλιες συνθήκες, μισότρελλος
      Χαιρετώ τον Όφι που στα κρύα χώνεται στην Αθήνα, μέχρι τις πρώτες ζέστες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s