Εικόνες!

Για όλους όσους δακρύζουν βλέποντας ειδήσεις.

Μέσα σε αυτό το χάλι, που τόσο ξεπέσαμε και στην γενική θλίψη αυτών των ημερών, μερικές εικόνες από μια Ελλάδα που χάθηκε, επενδεδυμένες με μουσική.

Ludwich van Beethoven

Στην 6η συμφωνία του συνθέτη, με την ονομασία Ποιμενική, περιγράφεται περίπατος στην εξοχή.

Ο συνθέτης, λάτρης της φύσης, έκανε συχνά βόλτες έξω από την Βιέννη ή απομωνονόταν σ’ αυτήν για να δουλέψει.

Το πρώτο μέρος της συμφωνίας (allegro ma non tropo), ξεκινάει με το αίσθημα της χαράς και ικανοποίησης που τον κατακλύζει με την έλευσή του στην εξοχή

Στο δεύτερο μέρος αυτής (andante molto mosso) έχουμε την εικόνα του νερού που τρέχει – περιγράφεται με δύο cello – ενώ το τιτίβισμα των πουλιών, υποκαθιστούν τρία ξύλινα πνευστά.

Τρίτο μέρος,(allegro) ένας χορός παραδοσιακός των χωρικών.

Και να στο τέταρτο μέρος(allegro), μία βίαιη καταιγίδα. Ξεκινά με λίγες σταγόνες και κλιμακώνεται όλο και περισσότερο με την μεγαλύτερη ένταση. Κεραυνοί, αστραπές, άνμος δυνατός και βροχή, πολύ ανάγλυφα παρουσιάζονται εδώ, με τα κρουστά να παίζουν πρωτεύωντα ρόλο στη σύνθεση.

Κι’ ενώ στο προηγούμενο τμήμα ττου έργου, η καταιγίδα εξασθενεί, στο πέμπτο (allegreto) και τελευταίο, τα πάντα καθησυχάζουν, η φύση και τα συναισθήματα βρίσκουν την ηρεμία και ισορροπία που τους πρέπει.

Ακούμε την συμφωνία με τους Nikolaus Harnoncourt & Chamber Orchestra Of Europe

Vltava ή αλλοιώς γνωστός με το όνομα Μολδάβας, ο ποταμός που διατρέχει την Πράγα, περιγράφεται υπέροχα σε αυτό το συμφωνικό ποίημα του συνθέτη Bedřich Smetana στο σύνολο των 6 συμφωνικών ποιημάτων του με τον γενικό τίτλο Má vlast, «Η Χώρα μου».

Η σύνθεση περιγράφει τις πηγές του ποταμού, που είναι δύο -ο Θερμός και ο ψυχρός Μολδάβα-,την ένωσή τους σε ένα ρεύμα και το πέρασμα του ποταμού από ξύλα ή λειβάδια, από εξοχές που οι αγρότες γιορτάζουν, από μέρη που οι νεράιδες στήνουν χορό, από κάστρα, παλάτια, ερείπεια, καταλήγοντας στην Πράγα.

Απολαύστε το

Τρίτο έργο » Finlandia Op. 26″, το συμφωνικό ποίημα του Φινλανδού συνθέτη Jean Sibelious (1865–1957). Εδώ με τους Paavo Berglund: Helsinki Philharmonic Orchestra.

Γράφτηκε σαν διαμαρτυρία, κεκαλυμμένη, για την αυξανόμενη λογοκρισία εκ μέρους της Ρωσσικής αυτοκρατορίας.

Το όνομά της δόθηκε για να καλύψει τον σκοπό της, αν και βέβαια ήταν προφανές, φαντάζομαι, για τους Φινλανδούς.

Ξεκινάμε με τον Ησίοδο*.

Ένα απόσπασμα από την «Ασπίδα του Ηρακλή»

…Κι ήταν μεγάλη πόλη δίπλα της, με χρυσόπορτες εφτά

καλορμοσμένες στα πανωπόρτια·

με χορούς οι άντρες και γιορτάσια γλεντούσαν, νύφη

στο γαμπρό πολλοί φέρναν σ’αμάξι καλότροχο

κι’ ανέβαινε γάμου γλυκό τραγούδι·

κι’ απ’ τ’αναμμένα τα δαδιά που οι δούλες εβαστούσαν,

λάμψη σκορπιζούνταν μακριά κι’ αυτές συνεπαρμένες από το γλέντι

βάδιζαν εμπρός κι’ ακολουθούσε χορός τρικούβερτος·

Πολλοί στον ήχο των ζουρνάδων, τραγούδι με τα χείλη τους,

τα απαλά ελέγαν, που αντηχούσε που αντηχούσε ολόγυρα και στων αυλών τον ήχο

Οι νέες έστηναν χορό λαχταριστό κι’ οι νέοι

γύρω τους τις καμάρωναν και σιγοτραγουδώντας πηγαίναν μπρός·

στου αυλητη το πλαϊ γελούσαν άλλοι·

Όλος ο κόσμος, στο χορό, στο γλέντι, στο τσιμπούσι, είχε ερθεί,

ενώ πολλοί, στων ίππων τα καπούλια γυμνάζουνταν.

Κι’ οι γεωργοί τη θεία γης όργωναν με τους χειτώνες κόσμια αναζωσμένους.

Κι’ ήταν πολύς καρπός για θέρισμα·

μ’ οδοντωτά δρεπάνια, άλλοι τα στάχυα τα γυρτά απ’ του καρπού το βάρος θέριζαν,

λες κι’ ήταν καρπός  της Δήμητρας αυτούσιος.

Άλλοι δέναν χερόβολα και τα ρίχναν στο αλώνι

άλλοι φαλτσέτα κράταγαν και σταφυλοτρυγούσαν,

άλλοι απ’ τους τρυγητές, σταφύλια μαύρα κι’ άσπρα

σε καλαθάκια απ’ τις τρανές κληματαριές εφέρναν

που’ ‘χαν τα φύλλα μπόλικα και βέργες ασημένιες.

Φέρναν και φέρναν κόφινους· δίπλα τους κληματάρα τη χρυσή – του περινούστατου Ηφαίστου πάλιν έργο- τα φύλλα της σιγότρεμαν κι’ οι ασημένιες φούρκες.

Κι’ ήταν σταφύλια κόκκινα κατάφορτη.

Καμπόσοι πατούσαν κι’ άλλοι το κρασί αντλούσαν

και πάλευαν άλλοι με γρόνθους και λαβές·

Ακολουθεί ο Παντελής Πρεβελάκης*

με τον «Ήλιο του Θανάτου»

Ξυπνούσα σε καινούριο κόσμο!  Ίσαμε τη μέρα που ξαρρώστησα, είχα πάει κι έρθει στο φως και στο σκοτάδι, μην ξέροντας ποιο από τα δυο θα με κρατούσε. Ο ύπνος μου ήταν μισός θάνατος. Τώρα περπατούσα πάνω σ’ ένα ποτάμι φως. Περπατούσα… ο λόγος το λέει. Ήμουν καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, και το κάτασπρο ποτάμι ήταν ο σκονισμένος δρόμος. Πίσω μου ακλουθούσε ένα άλλο γαϊδουράκι, με τη θεια στη ράχη του, και παραπίσω ο αγωγιάτης. Τα δυο βασταγερά άφηναν τ’ αχνάρια τους στη σκόνη, και πάνω τους ποδολατούσε ο άνθρωπος και τα ‘σβηνε με τις πατούσες του. Κάπου κάπου, το πολύ φως σήκωνε στον αέρα το στρατοκόπο και τα ζωντανά: κουνούσανεΞυπνούσα σε καινούριο κόσμο! Ίσαμε τη μέρα που ξαρρώστησα, είχα πάει κι έρθει στο φως και στο σκοτάδι, μην ξέροντας ποιο από τα δυο θα με κρατούσε. Ο ύπνος μου ήταν μισός θάνατος. Τώρα περπατούσα πάνω σ’ ένα ποτάμι φως. Περπατούσα… ο λόγος το λέει. Ήμουν καβαλα σ’ ενα γαιδουρακι, και το κατασπρο ποτάμι ήταν ο σκονισμένος δρόμος. Πίσω μου ακλουθούσε ένα άλλο γαϊδουράκι, με τη θεια στη ράχη του, και παραπίσω ο αγωγιάτης. Τα δυο βασταγερά άφηναν τ’ αχνάρια τους στη σκόνη, και πάνω τους ποδολατούσε ο άνθρωπος και τα ‘σβηνε με τις πατούσες του. Κάπου κάπου, το πολύ φως σήκωνε στον αέρα το στρατοκόπο και τα ζωντανά: κουνούσανε τα πόδια τους, μα δεν αγγίζανε τη γης.  Ο γερο-Φώτης ο Καρύδας  έδινε τότε μια δυνατή παλαμιά στα καπούλια του Τριφυλλιού — για να τους πω και τους δυο με τ’ όνομά τους — όπως χτυπάς ένα πράμα να το πας στη θέση του. Το γαϊδουράκι ξανάβρισκε το χώμα, κι έπαιρνε να το τυλιγαδίζει με τα πόδια του, σηκώνοντας στο κάθε του πάτημα μια φούντα σκόνη.

Περάσαμε κάτι σπιτομαζώματα που δεν μπορείς να τα πεις χωριά, βγήκαμε στον ανοιχτό κάμπο, που κατεβάζει τους κήπους του ίσαμε το κύμα. Το πέλαγο φανερώθηκε ζερβά μας. Μετασέλισα το πόδι μου, κάθισα σαμαράδικα, και πήρα να κοιτάζω δεξά μου τα βουνά. Η θεια έκαμε το γαϊδούρι της να γρηγορίσει το πάτημά του, βρέθηκε κοντά μου:

— Το μέρος που περνούμε το λένε Πλατανιά. Κοίτα δέντρα θεόρατα, Γιωργάκη! Όπου νερό και πλάτανος.

Δεν αποκρίθηκα. Η θάλασσα, που την ένιωθα στη ράχη μου, με αγρίευε.

— Πιο πέρα θα βρεθούμε μες στ’ αμπέλια, ξακολούθησε η θε·ιαθα ξεδιψάσουμε με τα πρώιμα σταφύλια.

«Πού το ξέρει πως νιώθω το στόμα μου στεγνό;» — Μα δε δίψασα!

— Διψούμε! Διψούμε! Μας έψησε ο ήλιος. Μέρευα να νιώθω απάνω μου το βλέμμα της.

— Θα βάλουμε και τίποτα στο δόντι! απόσωσε.

Ήξερε τι έλεγε; Ποιο ένστιχτο την οδηγούσε; Για να κάμει το νου μου να ξεδώσει, ξυπνούσε την πείνα και τη δίψα μου.

— Το βλέπεις κείνο το χρυσάφι που σκεπάζει την πλαγιά; με ρώτησε πιο πέρα. Αυτά είναι τα γαϊδουράγκαθα. Ανθίσανε κι αυτά!

Διαβαίναμε μπρος από κάτι χωματόσπιτα, χτισμένα στην τελείωση των κήπων. Τ’ αγιοκλήματα κι οι άγριες τριανταφυλλιές τα είχανε ντυμένα, και στα παράθυρά τους φούντωναν μερικές γλάστρες με βασιλικά. Ένα κίτρινο γιασεμί είχε κάμει κρεβατίνα μπρος σε μια πόρτα.

Ο γερο-Φώτης έδεσε τα γαϊδουράκια του στον ίσκιο, πήρε από τα σαμάρια τα κιλίμια και τα ‘ριξε κάτω από ένα πεύκο. Οι κουκουνάρες σκάζαν αποπάνω μας, κροτώντας δυνατά. Η θεια σήκωσε ψηλά τα μάτια της, καμάρωσε το δέντρο:

— Πεύκο! Πεύκο! Τι καράβι θα γενείς; Πού θ’ αρμενίσεις;

Το ρώτησε έτσι, επειδή το πεύκο δίνει το ξύλο του για το καράβι.

Κάτι πουλάκια πουρπουλίζαν στα χαμόδεντρα. Έγειρα δίπλα στον αγκώνα μου, κι άφησα τα μάτια μου να τρέξουνε στις πρασινάδες που ‘χαμε μπροστά μας. Τ’ αμπέλια ήταν θρασεμένα, η ρώγα είχε γυαλίσει εδώ κι εκεί. Ο γερο-Φώτης μας έφερε στις φούχες του μερικά τσαμπιά.

— Είναι δικό μας, θείτσα, το αμπέλι;

— Εδώ κάτω! Τι δουλειά έχουμε μεις εδώ;

— …Να μη μαλώσουν τον κυρ-Φώτη!

… Βάλανε κι οι δυο τα γέλια.

— Έχει κι ο διαβάτης μερτικό στα πωρικά! είπε η θεια. Αν είναι μικρό παιδί, παίρνει και στο σακούλι του.

Το κολατσιό μας ήταν τυρί και παξιμάδι. Ο γέροντας έβγαλε από τον ντορβά του μια φούχτα τσακιστές ελιές κι ένα κρεμμύδι. Τ’ άλεσε σιγά σιγά στα δόντια του, κρατώντας μισόκλειστα τα μάτια του. Το σταφύλι μας ξεδίψασε. Τ’ αποφάγια μας, τα καθάριζαν κιόλας κάτι σταρομέρμηγκοι. Ένας από δαύτους έχασε το δρόμο του και πήρε ν’ ανεβαίνει με ασπούδα το καλάμι του ποδιού μου. Ο γερο-Φώτης τον πρόλαβε πάνω στο γόνατό μου.

— Μην τον σκοτώνεις, καημένε! πάτησε μια φωνή η θεια μου. Η ζωή είναι γλυκιά!

Πέσαμε στα λιόφυτα. Οι ελιές έκαμαν ένα θόλο από πάνω μας. Τα τζιτζίκια δουλεύαν τα πριόνια τους. Σ’ ένα γύρισμα του δρόμου, η δροσιά μας πήρε καταπρόσωπα. Μια κρεμασιά γκρεμιζόταν σε μια ξύλινη ποτίστρα, κι από κείνη κυλούσε σ’ ένα χτιστό αυλάκι κι έπεφτε σε μια χαβούζα. Εδώ τα τζιτζίκια δε λαλούσαν: η δροσια τους είχε μαργώσει τα φτερά. Το τραγούδι το πλέκαν τα βατράχια.

Οι μαντρότοιχοι μας έκρυβαν τους κήπους. Από μια καφασωτή πόρτα πρόλαβα να δω κάτι βερυκοκιές απάνω στον καρπό τους, συκιές στους γύρους, και κρεβατίνες. Μια αμπολή κυλούσε κακαρίζοντας σύντοιχα στους κήπους κι έμπαινε από μια τρύπα σε κείνον που ήταν η σειρά του να ποτιστεί. Το χωριό μύριζε καβαλίνα και γιασεμί.

— Αυτή ‘ναι η Πηγή.

Στρίψαμε δυο τρία σοκάκια, χωρίς ν’ ανταμώσουμε ψυχή. Μπρος σε μια δοξαρωτή πόρτα, βαμμένη λουλακιά, το γαϊδουράκι μου σταμάτησε από μόνο του.

— Αυτό είναι το σπιτάκι μας, είπε η θεια.

Πήδησε σβέλτα σβέλτα απ’ το σαμάρι. Έσυρε μια κλειδάρα από τη μέση της και τη γύρισε με τα δυο της χέρια μες στην κλειδωνιά. Η αυλόπορτα βόγκηξε πάνω στα στροφίδια της. Ο γερο-Φώτης λευτέρωσε από μέσα και το δεύτερο θυρόφυλλο, με τρομερό πάταγο από σίδερα που πέφταν. Προτού προλάβω να πεζέψω, βρέθηκα σε μια χοχλαδωτή αυλή, με πολλές γλάστρες ολοτρόγυρα και μιαν κληματαριά αποπάνω. Η θεια ξεκλείδωνε τη μέσα πόρτα του σπιτιού, την ώρα που ένα κανελί σκυλί, με τσουράπια άσπρα, αναχούμιζε τη φούστα της.

— Πάρε τον Καρτσόνη από τα πόδια μου!

Έσκυψα ν’ αρπάξω το σκυλί. Μια μυρουδιά μου ήρθε από μέσα σα να ’χε ανοίξει καμιά σταροκασέλα.

— Καλωσόρισες, παιδάκι μου! είπε η θειά…

 

Καλή ακρόαση και ανάγνωση

 

 

 

*Ησίοδος : έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ και υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο.

* Παντελής Πρεβελάκης (Ρέθυμνο, 18 Φεβρουαρίου 1909 – Αθήνα, 15 Μαρτίου 1986) ήταν Κρητικός λογοτέχνης και καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Καλλιέργησε όλα σχεδόν τα είδη της λογοτεχνίας, συγγράφοντας πεζά, ποιητικά και θεατρικά έργα. Μετέφρασε πλήθος κειμένων από τις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Διακρίθηκε επίσης στην δοκιμιογραφία και στη συγγραφή επιστημονικών συγγραμμάτων στην ιστορία της τέχνης, ειδικά στην τέχνη της Ιταλικής Αναγέννησης. Είναι όμως περισσότερο γνωστός ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πεζογραφίας της Γενιάς του ΄30.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s