Ο Ρινόκερος (τελευταίο)

 

ΝΤΕΖΗ: Μα, πώς να τον κρατήσω, με το στανιό; (Ο Ντιντάρ ανοίγει την πόρτα

και φεύγει βιαστικά. Τον βλέπουμε να κατεβαίνει γρήγορα τη σκάλα και τον

Μπερανζέ να του φωνάζει από το πλατύσκαλο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μη φεύγεις, Ντιντάρ. Εμείς σ’ αγαπάμε. Μην πας μαζί τους. Πάει,

έφυγε. Πολύ αργά. (Ξαναμπαίνει στο δωμάτιο) Πολύ αργά… έφυγε!

ΝΤΕΖΗ: Κάναμε ό,τι μπορούσαμε… αλλά… (Κλείνει την πόρτα πίσω από τον

Μπερανζέ, που τρέχει αμέσως στο παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πήγε μαζί τους… μαζί τους… αλλά, δεν τον βλέπω, που ειναι

τώρα;

ΝΤΕΖΗ, πλησιάζοντας στο παράθυρο: Μα, με τους άλλους ρινόκερους.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, αλλά ποιος είναι… Δεν τον γνωρίζω.

ΝΤΕΖΗ: Τώρα… βράσε ρύζι… Πώς θέλεις να τον ξεχωρίσουμε; Λίγο δύσκολο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι όλοι τους ολόιδιοι. Στάμπα. (Στην Ντέζη) Πάει κι αυτός.

Δεν έπρεπε να τον αφήσεις να φύγει. Έπρεπε να σταθείς μπροστά του. Να τον

εμποδίσεις.

ΝΤΕΖΗ: Δεν τόλμησα… δίστασα…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δίστασες. Έπρεπε να ‘σουνα πιο σταθερή, να επιμένεις

περισσότερο. Ήταν… ερωτευμένος μαζί σου… έτσι δεν είναι;

ΝΤΕΖΗ: Δεν το είχε δείξει φανερά. Ούτε μου έχανε επίσημη πρόταση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρανε και οι τοίχοι. Αποτέλεσμα; Έγινε ρινόκερος από

ερωτική απογοήτευση. Ήταν τόσο συνεσταλμένος. Ρίχτηκε σε μια

αποφασιστική μάχη. Πιο σωστά, μια πράξη απελπισίας, μόνο και μόνο για να σ’

εντυπωσιάσει! Δεν… δεν πιστεύω τώρα να θες να τον ακολουθήσεις κι εσύ;

ΝΤΕΖΗ: Αν ήθελα να τον ακολουθήσω, δεν θα ήμουνα εδώ…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο: Μόνο ρινόκεροι κυκλοφορούν πια

στο δρόμο. (Τρέχει προς το παράθυρο του βάθους) Κι από δω μόνο ρινόκερους

βλέπω! Πήξανε οι δρόμοι παχύδερμα. Δεν έπρεπε, Ντεζη, να τον αφήσεις να

φύγει, δεν επρεπε… ήταν μεγάλο λάθος σου! (Ξανάρχεται στο παράθυρο

μπροστά) Ψάχνω, ψάχνω μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μου, αλλά δεν βαριέσαι,

άνθρωπος ούτε για δείγμα… ούτε για δείγμα. Ρινόκεροι, παντού ρινόκεροι!

Πλημμυρίσανε μέχρι και τα σοκάκια! Μ’ ένα κέρατο… με δύο κέρατα… Μισοί

μισοί, θα έλεγες. Μόνο τα κέρατα. Τίποτα άλλο που να τους ξεχωρίζεις!

(Ακούγεται φοβερός θόρυβος ρινόκερων που καλπάζουν, αν και ο θόρυβος που

χάνουν έχει κάποιο μουσικό ρυθμό. Στον τοίχο του βάθους παρουσιάζονται και

ξαναχάνονται, στυλιζαρισμένα, κεφάλια ρινόκερων, που μέχρι να τελειώσει η

τρίτη πράξη θα γίνουν όλο και περισσότερα. Στο τέλος, θα στέκονται όλο και

περισσότερη ώρα, μέχρι που τελικά θα γεμίσουν εντελώς τον τοίχο, στο

βάθος, και θα παραμείνουν εκεί οριστικά. Αυτά τα κεφάλια θα πρέπει να

γίνονται όλο και πιο όμορφα, παρ’ όλη το τερατώδες παρουσιαστικό τους)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν λυπήθηκες που αποτύχαμε, δεν απογοητεύτηκες, έτσι Ντέζη;

Ούτε μετανιώνεις για τίποτα;

ΝΤΕΖΗ: Να μετανιώσω; Όχι, γιατί να μετανιώσω!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα ‘θελα τόσο να σε παρηγορήσω.., το ξέρεις, σ’ αγαπώ Ντέζη,

ποτέ… ποτέ μη με ξαναφήσεις μόνο μου, ποτέ!

ΝΤΕΖΗ: Κλείσε το παράθυρο, καλέ μου… Δεν αντέχω τη φασαρία τους. Ούτε

τη σκόνη που γεμίζει το δωμάτιο. Θα λερώσει τα πάντα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις δίκιο, έχεις δίκιο. (Κλείνει το παράθυρο στο προσκήνιο και

η Ντέζη το παράθυρο στο βάθος. Ξαναβρίσκονται και οι δύο στο κέντρο της

σκηνής) Το ‘κλεισα. Όσο είμαστε μαζί, δεν φοβάμαι τίποτα, δεν με νοιάζει για

τίποτα. Αχ, Ντέζη… και νόμιζα ότι ποτέ πια δεν θα μπορούσα να ερωτευτώ στη

ζωή μου… (Της σφίγγει τα χέρια και την αγκαλιάζει)

ΝΤΕΖΗ: Όπως βλέπεις, στη ζωή, όλα μπορούν να συμβούν.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα ‘θελα τόσο να σου χαρίσω κάθε ευτυχία… Άραγε, μπορείς να

είσαι ευτυχισμένη μαζί μου;

ΝΤΕΖΗ: Γιατί να μην είμαι; Αν εσύ είσαι ευτυχισμένος, τότε είμαι κι εγώ. Λες

ότι δεν φοβάσαι τίποτα, κι όμως, με το παραμικρό κάνεις σαν τρομαγμένο

μωρούλι. Στο κάτω κάτω, τι μπορούμε να πάθουμε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ψελλίζοντας: Αγάπη μου, χαρά μου! Μοναδική μου χαρά! Αγάπη

μου! Άσε με να σε φιλήσω… Δεν πίστευα πια ότι έκρυβα μέσα μου τόσο πάθος!

ΝΤΕΖΗ: Έλα, συγκρατήσου, ησύχασε, μην κάνεις έτσι τώρα, πρέπει να’χεις

μεγαλύτερη πίστη στον εαυτό σου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα έχω, Ντέζη, βεβαίως κι έχω. Δώσε μου ένα φιλάκι, ένα

φιλάκι!

ΝΤΕΖΗ: Είμαι πολύ κουρασμένη, αγάπη μου, ησύχασε, ηρέμησε. Έλα, κάθησε

στην πολυθρόνα. (Προχωρεί, τραβάει τον Μπερανζέ, και τον καθίζει στην

πολυθρόνα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο σημείο που φτάσαν τα πράγματα, δεν βλέπω για ποια αιτία

λογοφέρνανε ο Ντιντάρ με τον Μποτάρ!

ΝΤΕΖΗ: Έλα, ξέχασε τώρα τον Ντιντάρ. Είμαι κοντά σου εγώ. Κι ύστερα, δεν

έχουμε δικαίωμα ν’ ανακατευόμαστε στη ζωή των άλλων!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εσύ, γιατί ανακατεύεσαι, στη δική μου; Κι αν θες να ξέρεις, μου

φέρεσαι πάρα πολύ αυστηρά…

ΝΤΕΖΗ Δεν είναι το ίδιο. Εσένα σ’ αγαπώ, ενώ τον Ντιντάρ δεν τον συμπάθησα

ποτέ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε καταλαβαίνω. Αν δεν είχε φύγει… Θα ήταν την κάθε στιγμή

κάτι σαν εμπόδιο ανάμεσα μας! Τι να γίνει, η ευτυχία είναι εγωιστική!

ΝΤΕΖΗ: Και για να την κρατήσεις, πρέπει να αγωνίζεσαι ασταμάτητα… Δεν

έχω δίκιο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ω, Ντέζη, αν ήξερες πόσο σε θαυμάζω.. .γι’ αυτό σε λατρεύω…

ΝΤΕΖΗ: Όταν με γνωρίσεις καλύτερα, ίσως ν’ αλλάξεις γνώμη και να μη λες

τα ίδια.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όσο περισσότερο σε γνωρίζω τόσο θα σε θαυμάζω και τόσο

περισσότερο θα δένομαι μαζί σου. Είσαι τόσο όμορφη… τόσο όμορφη…

(Ακούγονται και πάλι οι ρινόκεροι που περνάνε) Φτάνει να σε συγκρίνει κανείς

με αυτά τα μεταμορφωμένα τέρατα για να… (Δείχνει με το χέρι του προς το

παράθυρο) Τώρα, θα μου πεις ότι η σύγκριση που έκανα δεν σε κολακεύει και

τόσο, αλλά, συγχώρα με, η παρουσία τούς με κάνει να σκέφτομαι ότι εσύ

μπροστά τους είσαι θεά… Μια πανέμορφη οπτασία.

ΝΤΕΖΗ: Άστα αυτά τώρα. Για πες μου, σήμερα ήσουνα φρόνιμο αγοράκι; Δεν

ήπιες καθόλου κονιάκ, έτσι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι… όχι… όχι… ήμουνα πολύ φρόνιμος!

ΝΤΕΖΗ: Φιλάς σταυρό;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α, ναι σου λέω, στ’ ορκίζομαι.

ΝΤΕΖΗ: Να σε πιστέψω;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, λίγο διστακτικά: Βέβαια.. ναι… γιατί να σου πω ψέματα…

ΝΤΕΖΗ: Τότε, σου επιτρέπω να πιεις τώρα ένα ποτηράκι… θα σου τονώσει το

ηθικό… (Ο Μπερανζέ τινάζεται με προθυμία) Όχι, αγάπη μου, θα στο φέρω

εγώ… Πού είναι το μπουκάλι; ΜΠΕΡΑΝΖΕ, δείχνει με το χέρι του: Να, εκεί στο

τραπεζάκι…

ΝΤΕΖΗ, προχωρεί στο τραπεζάκι για να πάρει το ποτήρι και το μπουκάλι:

Όπως βλέπω το καταχώνιασες…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι… το έκρυψα, ξέρεις, για ν’ αποφύγω τον πειρασμό!

ΝΤΕΖΗ, γεμίζει ένα μικρό ποτήρι και το δίνει στον Μπερανζέ: Χαίρομαι,

λοιπόν, που δεν έκανες αταξίες… που προοδεύεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κοντά σε σένα… θα προοδεύσω ακόμα περισσότερο!

ΝΤΕΖΗ, δίνοντάς του το ποτήρι: Έλα, πάρε την ανταμοιβή σου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, αδειάζοντας το ποτήρι μονορούφι: Ευχαριστώ.. (Δίνει το ποτήρι

στην Ντέζη, για να του το ξαναγεμίσει)

ΝΤΕΖΗ: Α! Όχι, κύριέ μου, δεν έχει άλλο. Για σήμερα σον φτάνει και

περισσεύει. (Παίρνει το ποτήρι απ’ τον Μπερανζέ και το αφήνει πίσω στο μικρό

τραπεζάκι) Η κατάχρηση κάνει κακό! (Ξαναγυρίζει κοντά στον Μπερανζέ) Και

το κεφαλάκι μας… πάει καλύτερα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ καλύτερα, αγάπη μου.

ΝΤΕΖΗ: Τότε, τι τον θέλουμε τον επίδεσμο; Να τον βγάλουμε… δεν σε

κολακεύει και τόσο…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α! όχι, όχι! Μη, τον επίδεσμο!

ΝΤΕΖΗ: Γιατί όχι; Έλα, μην κάνεις σαν …μωρό!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Φοβάμαι μήπως από κάτω έχει φυτρώσει… ξέρεις τώρα…

ΝΤΕΖΗ, βγάζοντας τον επίδεσμο, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του Μπερανζέ:

Διώξε, λοιπόν, καμιά φορά, τους φόβους και τις μαύρες σκέψεις. Αρκετά, ε;

Ορίστε, δεν βλέπω τίποτα. Μετωπάκι πεντακάθαρο, καθρέφτης!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ψηλαφίζοντας το μέτωπό του: Έχεις δίκιο… αγάπη μου, πάνε τα

συμπλέγματα, τα έδιωξες… (Η Ντέζη τον φιλάει στο μέτωπο) Τι θα γινόμουνα

χωρίς εσένα, μου λες;

ΝΤΕΖΗ: Λέω, ότι δεν έχω σκοπό να σε ξαναφήσω μόνο σου ποτέ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με σένα κοντά μου, κάθε άγχος, αγωνία και φόβος, περνάνε!

ΝΤΕΖΗ: Γιατί φροντίζω και στα διώχνω. Γι’ αυτό.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άκου, θα πέσουμε με τα μούτρα στο διάβασμα… στα βιβλία…

πολλά βιβλία. Θα γίνω σοφός!

ΝΤΕΖΗ: Ναι… κι ακόμα, τις ώρες που δεν κυκλοφορεί πολύς κόσμος, θα

κάνουμε οι δυο μας μακρινούς περιπάτους!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, στις όχθες του Σηκουάνα… στον κήπο του Λουξεμβούργου,

στο πάρκο του…

ΝΤΕΖΗ: Και στο Ζωολογικό κήπο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κοντά σου θα γίνω δυνατός, ατρόμητος.. Θα σε προστατέψω κι

εγώ με τη σειρά μου, από όποιον γυρέψει να σου κάνει κακό!

ΝΤΕΖΗ: Αυτό δεν θα χρειαστεί. Έλα, μην το σκέφτεσαι, καλέ μου. Εμείς δεν

θέλουμε το κακό κανενός, γιατί, λοιπόν, να θέλει κάποιος να μας βλάψει;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Συμβαίνει να σου κάνουνε κακό, άθελα… ή το αφήνουν αδιάφορα

να πλημμυρίζει τον κόσμο. Τώρα… νομίζω, ότι δεν πολύ συμπαθούσες ούτε και

τον φουκαρά τον κύριο Παπιγιόν. Του φέρθηκες πολύ άσχημα τη μέρα που μας

παρουσιάστηκε ο Βοδάρ μεταμορφωμένος σε ρινόκερο… Το Θυμάσαι; «Πάρτε

πια τα χοντροδάχτυλά σας. Τι παχύδερμο»

ΝΤΕΖΗ: Του είπα την αλήθεια… Είχε χέρια παχύδερμου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρω, αγάπη μου… ωστόσο… θα μπορούσες να του το πεις πιο

ευγενικά. Ήσουνα τόσο ωμή και απότομη… πολύ φοβάμαι… ότι τον πλήγωσες

θανάσιμα!

ΝΤΕΖΗ: Βρίσκεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βέβαια, δεν το έδειξε, από αξιοπρέπεια. Αλλά ήταν σαν να τον

έσφαξες! Είμαι βέβαιος ότι γι’ αυτό πήρε πολύ πιο γρήγορα την απόφασή του.

Ίσως, αν του είχες φερθεί πιο ευγενικά, να είχες σώσει μια ψυχή.

ΝΤΕΖΗ: Δεν είμαι Θεός για να προβλέψω τι θα του συνέβαινε. Φέρθηκε σαν

γουρούνι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εμένα, πάντως, ποτέ δεν θα σταματήσουν να με βασανίζουνε

τύψεις, γιατί δεν στάθηκα πιο ήρεμος, πιο γλυκός με τον Ζαν. Δεν μπόρεσα

ποτέ μου να του φανερώσω, με χειροπιαστές αποδείξεις, πόσο μεγάλη και

δυνατή ήταν η φιλία που ένιωθα γι’ αυτόν… Ποτέ δεν του έδειξα την

κατανόηση που άξιζε!

ΝΤΕΖΗ: Έλα, μη βασανίζεσαι άδικα… Έκανες ό,τι μπορούσες. Δεν γίνεται να

πετυχαίνουμε πάντα το αδύνατο… Και τώρα τι ωφελούν οι τύψεις; Σε τίποτα!

Πάψε λοιπόν να τους σκέφτεσαι. Το παραξύλωσες, το ξέρεις; Ξέχασέ τους!

Ξερίζωσε απ’ το μυαλό σου, μια για πάντα, όλες τις άσχημες αναμνήσεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, όσο κι αν προσπαθώ, ξανάρχονται στην επιφάνεια… τις

ακούω, τις βλέπω… Είναι τόσο ζωντανές!

ΝΤΕΖΗ: Δεν σε φανταζόμουνα τόσο ρεαλιστή… Σ’ έβλεπα περισσότερο

ρομαντικό ποιητή. Είναι δυνατόν, να μην έχεις καθόλου φαντασία… Ο

ρεαλισμός έχει πολλές όψεις… είναι κάτι σχετικό… Διάλεξε την

πραγματικότητα που ταιριάζει σε σένα… και διώξε όλα τα άλλα σ’ έναν κόσμο

φανταστικό. Βρες καταφύγιο στον κόσμο του παραμυθιού.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με τα λόγια είναι εύκολο, αλλά…

ΝΤΕΖΗ: Εγώ, δεν σου φτάνω για να ξεχάσεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα… ναι, βέβαια… μου φτάνεις και με το παραπάνω, Ντέζη μου…

και με το παραπάνω!

ΝΤΕΖΗ: Θα τα καταστρέψεις όλα με τις επίμονα αρρωστημένες τύψεις σου.

Όλοι μπορούμε να χάνουμε σφάλματα… Αν και πιστεύω, ότι εμείς κάναμε

λιγότερα από πολλούς άλλους. ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;

ΝΤΕΖΗ: Βεβαίως, σε σχέση με τους περισσότερους ανθρώπους, είμαστε

καλύτεροι. Είμαστε κι οι δύο μας πολύ καλοί άνθρωποι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό είναι αλήθεια. Έχεις καλή καρδιά κι εγώ το ίδιο… είν’

αλήθεια!

ΝΤΕΖΗ: Τα βλέπεις; Έχουμε, λοιπόν, δικαίωμα να ζήσουμε. Πιο σωστά, έχουμε

καθήκον να ζήσουμε, καθήκον απέναντι στους εαυτούς μας, να ζήσουμε

ευτυχισμένοι, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει γύρω μας. Οι ενοχές είναι

επικίνδυνα συμπτώματα. Είναι σημάδια μιας χαμένης αγνότητας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, σωστά, όσα βλέπουμε μπορεί να μας καταντήσουν κι εμάς

έτσι. (Δείχνει με το δάχτυλο τα δύο παράθυρα από όπου περνάνε αδιάκοπα

ρινόκεροι, τον τοίχο του βάθους όπου παρουσιάζεται ακόμα ένα κεφάλι

ρινόκερου) Πολλοί από αυτούς έτσι άρχισαν…

ΝΤΕΖΗ: Προσπάθησε, λοιπόν, να μην αισθάνεσαι ενοχές!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις πολύ δίκιο… χαρά μου… οπτασία μου… ήλιε μου! Με

νιώθεις κοντά σου, έτσι δεν είναι; Τίποτα δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει. Η

αγάπη μας είναι το μόνο αληθινό πράγμα

που υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο… Κανένας δεν έχει το δικαίωμα και κανένας

δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην ευτυχία μας. Κανένας! (Ακούγεται χτύπημα

τηλεφώνου) Ποιος μπορεί να’ναι;

ΝΤΕΖΗ, λίγο άτονα: Μην το σηκώσεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γιατί;

ΝΤΕΖΗ: Δεν ξέρω… Ίσως να ‘ναι καλύτερα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν αποκλείεται να είναι ο Παπιγιόν ή ο Βοδάρ, μπορεί και ο Ζαν

ή ο Ντιντάρ. Ίσως να θέλουν να μας πούνε ότι η κρίση τους πέρασε, ότι

αλλάξανε γνώμη σχετικά με την απόφασή τους… Εσύ δεν έλεγες πως όλα αυτά

δεν είναι παρά μια εφήμερη γοητεία;

ΝΤΕΖΗ: Μακάρι, αλλά δεν το πιστεύω. Δεν μπορεί τόσο γρήγορα ν’ αλλάξανε

γνώμη. Δεν τους περίσσεψε ακόμα καιρός να το σκεφτούν. Θα πρέπει να

φτάσουν πρώτα στο αποκορύφωμα της εμπειρίας τους.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν αποκλείεται να είναι οι αρχές, που αποφάσισαν ν’

αντιδράσουν και γυρεύουν τη βοήθειά μας στα μέτρα που σκοπεύουν να

πάρουν.

ΝΤΕΖΗ: Αυτό θα το ‘βρισκα τελείως απίθανο. (Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι, εγώ το πιστεύω, τέτοιο κουδούνισμα προέρχεται από τις

αρχές. Είμαι σίγουρος. Το αναγνωρίζω από τη μεγάλη του διάρκεια. Πρέπει ν’

απαντήσω στο κάλεσμά τους. Δεν μπορεί να ‘ναι κανένας άλλος. Οι αρχές

είναι. (Σηκώνει το ακουστικό) Εμπρός… (Σ’ απάντηση ακούγονται βρυχηθμοί

από την άλλη μεριά του τηλεφώνου) Μουγγανητά! Ακούς; Ορίστε, άκουσε και

μόνη σου! (Η Ντέζη βάζει το ακουστικό στο αφτί της, αλλά αμέσως κάνει πίσω

και κλείνει απότομα το τηλέφωνο)

ΝΤΕΖΗ, τρομαγμένη: Κάτι θα πρέπει να συμβαίνει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα αρχίσανε και τις φάρσες.

ΝΤΕΖΗ: Ναι, αλλά, θα ‘λεγα, πολύ κακόγουστες!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τα βλέπεις, -εγώ στο είχα πει…

ΝΤΕΖΗ: Δεν μου είχες πει απολύτως τίποτα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, το περίμενα… το είχα προβλέψει!

ΝΤΕΖΗ: Δεν σ’ έχω και τόσο ικανό για προβλέψεις. Εσύ δεν μπορείς να δεις

πέρα απ’ τη μυτούλα σου. Προβλέπεις μόνο κατόπιν εορτής!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κάνεις μεγάλο λάθος… προβλέπω και πολύ σωστά μάλιστα!

ΝΤΕΖΗ: Μάαστα! Πάντως από ευγένεια σχίζουνε. Τη βρίσκω δεύτερη και

ανάρμοστη συμπεριφορά. Γίνομαι έξω φρενών όταν χασκογελάνε εις βάρος

μου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποτέ δεν θα τολμούσαν να χασκογελάσουνε μ’ εμένα. Εμένα

έχουνε στο μάτι. Μ’ εμένα χασκογελάγανε!

ΝΤΕΖΗ: Ναι, αλλά, όπως αυτή τη στιγμή είμαι μαζί σου, με παίρνει και μένα η

μπάλα. Λες και γυρεύουνε να εκδικηθούνε! Μα γιατί, τι τους κάναμε; (Το

τηλέφωνο ξαναχτυπάει) Βγάλε την πρίζα, σε παρακαλώ.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Η τηλεφωνική εταιρία το απαγορεύει, τρελάθηκες;

ΝΤΕΖΗ: Μα επιτέλους, δεν τολμάς να βγάλεις ένα σύρμα από την πρίζα; Κι

ύστερα λες ότι θέλεις να με προστατεύσεις! (Η Ντέζη τραβάει το σύρμα από

την πρίζα και το κουδούνισμα σταματάει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρέχοντας προς την τηλεόραση: Ν’ ανοίξουμε την τηλεόραση.

Μήπως πούνε τίποτα στις ειδήσεις.

ΝΤΕΖΗ: Έχεις δίκιο… να μάθουμε πού βρισκόμαστε. (Από την τηλεόραση

ακούγονται και πάλι βρυχηθμοί. Ο Μπερανζέ πατάει γρήγορα το κουμπί. Η

τηλεόραση σταματάει. Ακούγονται όμως πάντα από μακριά τα μουγγανητά,

σαν ηχώ) Η κατάσταση, όσο πάει, γενικεύεται όλο και περισσότερο. Δεν μ’

αρέσει καθόλου… με κάνει και επαναστατώ (τρέμει) Είναι απαράδεκτο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, πολύ ταοαγμένος: Εσύ τώρα, Ντέζη; Έλα, ηρέμησε, ηρέμησε!

ΝΤΕΖΗ: Κυριεύσανε και τα κανάλια της τηλεόρασης!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρέμοντας κυριολεκτικά: Ψυχραιμία… το παν είναι η ψυχραιμία!

(Η Ντέζη τρέχει στο παράθυρο του βάθους και ρίχνει μια ματιά. Ύστερα,

τρέχει στο παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο, ρίχνει δεύτερη ματιά. Ο

Μπερανζέ κάνει το ίδιο, μόνο που ξεκινάει από το αντίθετο παράθυρο. Τελικά,

πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο στο κέντρο της σκηνής)

ΝΤΕΖΗ: Όπως βλέπεις, η κατάσταση παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.

Αυτοί το ‘χουνε βάλει βαθιά μεσ’ την καρδιά τους. Δεν αστειεύονται!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όπου και να γυρίσεις να κοιτάξεις ξεπηδάνε μπροστά σου σαν

Φάντης μπαστούνι! Τώρα πήρανε με το μέρος τους και τα μέσα μαζικής

ενημέρωσης! (Ξαναγίνεται το ίδιο παιχνίδι με τα παράθυρα. Ύστερα η Ντέζη

και ο Μπερανζέ βρίσκονται και πάλι στο κέντρο της σκηνής)

ΝΤΕΖΗ: Οι άνθρωποι χάθηκαν, δεν βλέπω ούτε δείγμα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ντέζη… Απομείναμε μόνο εμείς οι δύο, μόνο εμείς οι δύο…

ΝΤΕΖΗ: Αυτό δεν ήθελες;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Νομίζω ότι εσύ το’ θελες.

ΝΤΕΖΗ: Εγώ το’θελα; Δεν θα ‘μαστε καλά!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, εσύ… (Τώρα ο θόρυβος ακούγεται απ’ όλες τις μεριές.

Κεφάλια ρινόκερων πλημμυρίζουν τον τοίχο του βάθους. Δεξιά, αριστερά, από

παντού. Μέσα στο σπίτι, ακούγονται ποδοβολητά και βαριές ανάσες θηρίων.

Πάντως, όλοι αυτοί οι τρομακτικοί ήχοι πρέπει να είναι συντονισμένοι με

κάποιο μουσικό ρυθμό. Όμως, ο πιο έντονος καλπασμός, έρχεται από πάνω.

Από το ταβάνι πέφτουνε σοβάδες. Το σπίτι πάει κ έρχεται σαν να γίνεται

σεισμός)

ΝΤΕΖΗ: Σεισμός… σεισμός! (Δεν ξέρει από πού να τρέξει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λάθος, είναι οι καλοί μας γείτονες. Οι περισσοδάχτυλοι. (Δείχνει

με τη γροθιά προς όλες τις κατευθύνσεις) Δεν θα σταματήσετε καμιά φορά;

Θέλουμε να δουλέψουμε. Είναι ώρα κοινής ησυχίας, απαγορεύεται ο θόρυβος…

Απαγορεύεται!

ΝΤΕΖΗ: Ναι, πολύ που θα σ’ ακούσουν! (Ο θόρυβος μετριάζεται και παραμένει

σε δεύτερο πλάνο, σαν μουσική υπόκρουση)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, κατατρομαγμένος: Μη φοβάσαι, αγαπούλα μου! Είμαστε μαζί, δεν

νιώθεις ομορφα κοντά μου; Εγώ σου φτάνω και σου περισσεύω, ή δεν σου

φτάνω; Εγώ θα διώξω όλες, όλες τις αγωνίες σου.

ΝΤΕΖΗ: Ίσως… το λάθος να είναι δικό μας, δικό μας το φταίξιμο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μην το σκέφτεσαι … μην το σκέφτεσαι. Εσύ δεν είπες να

ξεχάσουμε τις τύψεις; Τα συναισθήματα ενοχής είναι επικίνδυνα. Ας ζήσουμε

τη ζωούλα μας όμορφα κι ευτυχισμένα. Έχουμε καθήκον να ‘μαστε

ευτυχισμένοι. Δεν είναι τόσο μοχθηροί, κι ούτε, εμείς, έχουμε σκοπό να τους

κάνουμε κακό. Θα μας αφήσουν ήσυχους… Θα το δεις. Έλα, ηρέμησε,

ξεκουράσου λίγο, ξάπλωσε, ξάπλωσε στην πολυθρόνα… (Την πηγαίνει μέχρι

την πολυθρόνα) Έτσι μπράβο, ηρέμησε (Η Ντέζη κάθεται στην πολυθρόνα) Το

καλό μου κοριτσάκι! Μήπως θέλεις λίγο κονιάκ, να σου τονώσει το ηθικό;

ΝΤΕΖΗ: Το κεφάλι μου… πάει να σπάσει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, παίρνει τον επίδεσμο που φορούσε προηγουμένως και τον τυλίγει

στο κεφάλι της Ντέζης: Σ’ αγαπώ, αγαπούλα μου… μη στενοχωριέσαι, μπόρα

είναι, θα τους περάσει… μια εφήμερη περαστική γοητεία!

ΝΤΕΖΗ: Δεν θα τους περάσει… Η μεταμόρφωσή τους είναι κάτι οριστικό κι

αμετάκλητο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ οριστικά και αμετάκλητα σ’ αγαπάω… σ’ αγαπάω σαν

τρελός…

ΝΤΕΖΗ, βγάζοντας τον επίδεσμο: Ό,τι είναι γραφτό να γίνει, ας γίνει… δεν θα

κάτσουμε να σκάσουμε κιόλας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι βέβαια, αν όλοι τους παλάβωσαν, παραφρόνησαν,

τρελάθηκαν, αν ο κόσμος είναι άρρωστος, αν όλοι τους είναι άρρωστοι,

λογαριασμός δικός τους.

ΝΤΕΖΗ: Δεν θα τους κάνουμε εμείς καλά!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι ούτε θα ζήσουμε μαζί τους στο ίδιο σπίτι!

ΝΤΕΖΗ: Σωστά. Κι όμως, πρέπει να’μαστε λογικοί… Πρέπει να βρούμε έναν

τρόπο να συμβιώσουμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να τα βρούμε, να

συνεννοηθούμε μαζί τους…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να συνεννοηθ… με ποιον τρόπο; Αφού, δεν καταλαβαίνουνε τα

λόγια μας.

ΝΤΕΖΗ: Κι όμως πρέπει… Δεν βλέπω άλλη λύση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εσύ τους καταλαβαίνεις;

ΝΤΕΖΗ: Όχι, όχι ακόμα. Αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να νιώσουμε την

ψυχολογία τους… Θα πρέπει ίσως να μάθουμε και τη γλώσσα τους.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποια γλώσσα;… Αυτοί δεν έχουν γλώσσα… για άκουσέ τους!

Γλώσσα το λες εσύ αυτό το μουγγανητό;

ΝΤΕΖΗ: Και πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι δεν είναι ένα είδος γλώσσας; Εσύ δεν

ξέρεις γλώσσες. Δεν είσαι γλωσσολόγος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άστο καλύτερα… μιλάμε αργότερα γι’ αυτό το θέμα. Για την

ώρα, ας τσιμπήσουμε κάτι

ΝΤΕΖΗ: Δεν πεινάω πια… μου κόπηκε η όρεξη… κουράστηκα. Κουράστηκα ν’

αγωνίζομαι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, εσύ τα λες αυτά; Εσύ που έχεις περισσότερη δύναμη κι από

μένα; Δεν πρέπει να τους αφήσεις να σε παρασύρουν… Εγώ, το ξέρεις, σε

θαυμάζω τόσο, μόνο για την ψυχική σου δύναμη, το θάρρος σου!

ΝΤΕΖΗ: Αυτό μου το’χεις ξαναπεί, δεν είναι κάτι καινούριο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν το πιστεύεις ότι σε λατρεύω;

ΝΤΕΖΗ: Μα, ναι, το πιστεύω.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σ’ αγαπώ αφάνταστα…

ΝΤΕΖΗ: Κατάντησες δίσκος γραμμοφώνου, μωρό μου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άκουσε, Ντέζη… πρόσεξε να δεις πώς θα τους

αντιμετωπίσουμε… Θα φέρουμε στον κόσμο παιδιά… τα παιδιά μας θα κάνουνε

άλλα παιδιά και… βέβαια, δεν λέω, για να γίνουν όλα αυτά θα χρειαστεί

αρκετός καιρός, αλλά μπορούμε να ξαναδημιουργήσουμε την ανθρωπότητα,

εμείς οι δυο!

ΝΤΕΖΗ: Να ξαναδημιουργήσουμε, εμείς, την ανθρωπότητα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν είναι κάτι καινούργιο, έχει ξαναγίνει!

ΝΤΕΖΗ: Ναι, τον καιρό του Νώε… με τον Αδάμ και την Εύα… Αυτοί είχαν

αποθέματα πολύ μεγάλης δύναμης!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εμείς μπορούμε ν’ αποκτήσουμε αποθέματα! Κι άλλωστε, δεν

μας χρειάζονται και τόσα πολλά… Όλ’ αυτά που σου είπα, θα έρθουνε μόνα

τους, με τον καιρό. Φτάνει να’χουμε λίγη υπομονή. Να, τι μας χρειάζεται!

ΝΤΕΖΗ: Και όλ’ αυτά για να κερδίσουμε τι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολλά, πάρα πολλά, φτάνει μόνο να έχουμε δύναμη… κι όχι πολύ,

μια στάλα. Μια στάλα φτάνει και περισσεύει!

ΝΤΕΖΗ: Δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω παιδιά… τα βαριέμαι αφάνταστα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα τότε, πώς θα σώσουμε τον κόσμο;

ΝΤΕΖΗ: Και γιατί πρέπει να τον σώσουμε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, θέλει και ρώτημα; Γιατί στο ζητάω εγώ, Ντέζη. Πρέπει να

τον σώσουμε, πρέπει!

ΝΤΕΖΗ: Δεν αποκλείεται, να έχουμε εμείς ανάγκη σωτηρίας! Εμείς να είμαστε

οι ανώμαλοι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σίγουρα θα παραμιλάς, Ντέζη, θα πρέπει να’ χεις και πυρετό!

ΝΤΕΖΗ: Βλέπεις γύρω σου κανένα άλλο «πλάσμα» σαν εμάς;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν θέλω να μιλάς έτσι… πάψε, Ντέζη, πάψε! (Η Ντέζη στρέφει

και κοιτάζει προς όλες τις μεριές, προς τους ρινόκερους που τα κεφάλια τους

παρουσιάζονται στους τοίχους, στην πόρτα, το πλατύσκαλο, στα παράθυρα,

ακόμα και στις κουίντες)

ΝΤΕΖΗ: Αυτοί είναι οι άνθρωποι… τους βλέπεις; Κοίτα πόσο είναι χαρούμενοι!

Νιώθουνε ευδαιμονία μέσ’ στο καινούργιο τους πετσί! Και δεν μοιάζουνε

καθόλου τρελοί, δείχνουνε φυσιολογικότατοι. Θα πρέπει ν’ αποφάσισαν να

μεταμορφωθούν, ύστερα από πολύ μεγάλη σκέψη.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, σταυρώνοντας τα χέρια τού και κοιτάζοντας την Ντέζη με

απόγνωση: Ντέζη, σε βεβαιώνω… Μόνο εμείς σκεφτόμαστε λογικά, μόνο εμείς

έχουμε δίκιο!

ΝΤΕΖΗ: Τι εγωισμός και υπεροψία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρεις πολύ καλά ότι έχω απόλυτο δίκιο!

ΝΤΕΖΗ: Το απόλυτο δεν υπάρχει πουθενά… Το δίκιο το έχουνε οι πολλοί. Ούτε

εσύ… ούτε εγώ…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, Ντέζη, έχω, και το ξέρεις. Απόδειξη, όταν μιλάω, εσύ με

καταλαβαίνεις!

ΝΤΕΖΗ: Και τι βγαίνει μ’ αυτό; Τίποτα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θέλεις κι άλλη απόδειξη; Σ’ αγαπάω, όσο κανένας άντρας δεν

αγάπησε ποτέ γυναίκα!

ΝΤΕΖΗ: Απόδειξη να σου πετύχει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αρχίζω να μη σε καταλαβαίνω, Ντέζη… Τι έπαθες, αγάπη μου;

Ούτε εσύ δεν ξέρεις πια τι λες. Ο έρωτας… ο έρωτας!!! Υπάρχει μεγαλύτερη

απόδειξη απ’ τον έρωτα;

ΝΤΕΖΗ: Εδώ που τα λέμε, ντρέπομαι λίγο γι’ αυτό που εσύ τόσο θριαμβευτικά

αποκαλείς έρωτα! Είναι ένα αρρωστημένο συναίσθημα… μια έμμονη ιδέα του

αντρικού φύλου, κατά βάθος τόσο αδύνατη. Όχι πως οι γυναίκες πηγαίνουνε

πίσω, αλλά δεν συγκρίνεται με την πυρακτωμένη φλόγα, την κατακλύζουσα

ενεργητικότητα που εκπέμπουν αυτά τα πλάσματα που βρίσκονται γύρω

μας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ενεργητικότητα, είπες; Θέλεις λοιπόν ενεργητικότητα; Ε, να

λοιπόν… Πυρακτωμένη ενεργητικότητα! (Της αστράφτει ένα χαστούκι)

ΝΤΕΖΗ: Ω! Αυτό ποτέ… δεν το περίμενα, ποτέ, πως εσύ… εσύ… (Πέφτει στην

πολυθρόνα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ω! Σύγχώρα με, αγάπη μου, συγχώρεσέ με. (Πάει να τη φιλήσει,

αλλά εκείνη τραβιέται πίσω) Αγάπη μου, συγχώρεσέ.με, δεν το ‘θελα… Δεν

ξέρω τί μ’ έπιασε, πώς μου ‘ρθε να κάνω κάτι τέτοιο. Παρασύρθηκα!

ΝΤΕΖΗ: Είναι πολύ απλό… όταν δεν έχεις επιχειρήματα, καταφεύγεις στη βία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αλίμονο! Μέσα σε λίγα λεπτά, ζήσαμε, λοιπόν, ολόκληρα είκοσι

πέντε χρόνια γάμου.

ΝΤΕΖΗ: Μόνον οίκτο νιώθω για σένα… αλλά, κατά βάθος, σε δικαιολογώ.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως η Ντέζη κλαίει: Ε, λοιπόν, το παραδέχομαι, δεν έχω πια

επιχειρήματα. Τα εξάντλησα όλα. Και τώρα, εσύ πιστεύεις ότι οι ρινόκεροι

είναι πιο δυνατοί από μένα, ότι ίσως

είναι πιο δυνατοί και από εμάς τους δύο ενωμένους!

ΝΤΕΖΗ: Ναι, το πιστεύω!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: ΙΙάει καλά. Εγώ πάντως, ό,τι και να μου λες, στ’ ορκίζομαι, εγώ,

θα τους πολεμήσω… Μάρτυς μου ο Θεός, θ’ αντισταθώ, δεν θα

συνθηκολογήσω!

ΝΤΕΖΗ, σηκώνεται, πλησιάζει τον Μπερανζέ κα τυλίγει τα χέρια της γύρω

από το λαιμό του: Φτωχή μου αγάπη… Θ’ αντισταθώ κι εγώ μαζί σου, μέχρι το

τέλος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα μπορέσεις;

ΝΤΕΖΗ: Δείξε μου εμπιστοσύνη… Θα κρατήσω το λόγο μου. (Ακούγονται οι

ρινόκεροι να τραγουδάνε απαλά κα μελωδικά) Τους ακούς; Τραγουδάνε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν τραγουδάνε, μουγγανίζουν.

ΝΤΕΖΗ: Όχι, τραγουδάνε…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μουγγανίζουν, σου λέω …Τραγούδι το λες αυτό;

ΝΤΕΖΗ: Εσύ δεν ξέρεις από μουσική… τραγουδάνε και μάλιστα πολύ

μελωδικά!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το μελωδικό αφτί που διαθέτεις, να το βράσω!

ΝΤΕΖΗ: Εσύ, χρυσέ μου, έχεις μαύρα μεσάνυχτα από μουσική… Κοίτα τους…

άνοιξε τ’ αφτιά σου, φουχαρατζίχο μου… παιζογελάνε… Χορεύουν!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χορό το λες αυτό;

ΝΤΕΖΗ: Είναι ο χορός των ρινόκερων… Κοίτα, κοίτα τι όμορφοι που είναι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι αποκρουστικός.

ΝΤΕΖΗ: Δεν μ’ αρέσει να μιλάς τόσο άσχημα γι’ αυτούς! Με στεναχωρείς

αφάνταστα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με συγχωρείς, δεν θα χαλάσουμε, τώρα, τις καρδιές μας για τα

μούτρα τους!

ΝΤΕΖΗ: Είναι σαν Θεοί!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ σωστά, σαν Θεοί με κέρατα! Σαν να τα παραλές, Ντέζη

μου, για κοίταξέ τους καλύτερα…

ΝΤΕΖΗ: Σε τυφλώνει η ζήλεια, αγάπη μου, δεν πρέπει… συγχώρα με, συγχώρα

με που στο λέω, αλλά… (Πλησιάζει πάλε τον Μπερανζέ και προσπαθεί να

τυλίξει τα χέρια της στο λαιμό του, αλλά αυτή τη φορά τραβιέται ο Μπερανζέ)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βλέπω ότι οι απόψεις μας διαφέρουν εντελώς. Καλύτερα λοιπόν

να σταματήσουμε τη συζήτηση!

ΝΤΕΖΗ: Μη γίνεσαι τόσο… τόσο ταπεινός!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όταν εσύ γίνεσαι τόσο ανόητη…

ΝΤΕΖΗ, στον Μπερανζέ, που της έχει γυρίσει την πλάτη και εξετάζει το

πρόσωπό του στον καθρέφτη προσεκτικά: Είναι αδύνατον να ζήσουμε πια μαζί

εμείς οι δύο! (Ο Μπερανζέ συνεχίζει να ψάχνει το πρόσωπό του στον

καθρέφτη. Η Ντέζη προχωρεί αθόρυβα προς την πόρτα)

ΝΤΕΖΗ: Έχασε κάθε ευγένεια… Τι κρίμα! Κάθε ευγένεια. (Βγαίνει. Τη βλέπουμε

να προχωρεί και να κατεβαίνει αργά τη σκάλα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως κοιτάζεται πάντα στον καθρέφτη: Τελικά, δεν είναι και

τόσο άσχημος ο άνθρωπος… Κι εδώ που τα λέμε, φιλαράκο, εσύ, δεν είσαι κι

από τα πιο ωραία δείγματα! Πίστεψέ με, Ντέζη (γυρίζει για να την δει) Ντέζη,

Ντέζη! Πού πήγες, Ντέζη; Δεν γίνεται να σου πέρασε από το μυαλό να…

(τρέχει προς την πόρτα) Ντέζη! (Φτάνει στο κεφαλόσκαλο, σκύβει πάνω από

το κάγκελο της σκάλας) Ντέζη, γύρνα πίσω…. πού πας; Γύρνα, μικρή μου, μη

φεύγεις. Δεν πρόλαβες να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου! Ντέζη, μη μ’ αφήνεις

ολομόναχο! Τι μου υποσχέθηκες πριν λίγο; Ντέζη! Ντέζη! (Σταματάει να τη

φωνάζει, κουνάει τα χέρια του απελπισμένος και ξαναγυρίζει στο δωμάτιο)

Είναι φυσικό. Δεν μπορούσαμε πια να συνεννοηθούμε. Ένα ζευγάρι που

αποφάσισε να χωρίσει. Η ζωή μας έγινε ανυπόφορη. Αλλά, δεν έπρεπε να φύγει,

έτσι σαν κλέφτρα, χωρίς να μου δώσει μια εξήγηση. (Κοιτάζει γύρω του) Δεν

μου έγραψε σ’ ένα χαρτάκι, ούτε δύο λέξεις. Δεν φέρονται έτσι, όχι, δεν

φέρονται έτσι. Τώρα απόμεινα ολομόναχος. Έρημος! (Πηγαίνει και κλειδώνει

την πόρτα προσεχτικά, αλλά αρκετά θυμωμένος) Εγώ δεν θα γίνω σαν και σας,

όχι… (Κλείνει προσεκτικά και τα παράθυρα) Δεν θα με παρασύρετε, τ’

ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται σε όλα τα κεφάλια των ρινόκερων) Δεν θα σας

ακολουθήσω, ούτε θα γίνω σαν και σας, γιατί δεν σας καταλαβαίνω. Θα

παραμείνω αυτό που είμαι. Εγώ είμαι ανθρώπινο πλάσμα… ένας άνθρωπος!

(Πηγαίνει και κάθεται στην πολυθρόνα) Αφόρητη κατάσταση. Αφόρητη! Εγώ

φταίω, εγώ φταίω που έφυγε, εγώ! Ήμουνα γι’ αυτήν το παν, ο κόσμος

ολόκληρος! Τι θα απογίνει τώρα; Δεν φτάνανε όλοι οι άλλοι, ήταν ανάγκη να

βασανίζει τη συνείδησή μου κι αυτή; Τώρα περιμένω το χειρότερο. Τώρα

πρέπει να περιμένω κάθε καταστροφή! Φτωχή μικρούλα! Χαμένη στο σύμπαν

πλημμυρισμένο από τέρατα! Ποιος θα με βοηθήσει να την ξαναβρώ; Κανένας!

Βλέπεις, δεν απόμεινε ούτε ένας… ούτε ένας! (Νέα μουγγανητά, ποδοβολητά,

τρεχαλητά και σύννεφα σκόνης) Δεν αντέχω να τους ακούω. Θα βουλώσω τ’

αφτιά μου με μπαμπάκι. (Βάζει μπαμπάκι στ’ αφτιά του και μιλάει στον εαυτό

του στον καθρέφτη) Δεν υπάρχει άλλη δυνατή λύση, θα πρέπει να τους πείσω.

Να τους πείσω, για ποιο πράγμα; Κι ύστερα, μπορούν άραγε να

ξαναμεταμορφωθούν, να ξαναγίνουν άνθρωποι; Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο;

Αυτό θα ήταν ηράκλειος άθλος, ξεπερνάει κατά πολύ τις δικές μου δυνάμεις.

Και πριν απ’ όλα, για να τους πείσω, θα πρέπει να τους μιλήσω. Και για να τους

μιλήσω, θα πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως, θα ‘πρεπε να μάθουν

αυτοί τη δική μου γλώσσα; Αλλά, ποια γλώσσα μιλάω εγώ; Ποια είναι η

γλώσσα μου; Η γλώσσα των μαύρων, των κιτρίνων, των λευκών; Μιλάω μια

από τις γλώσσες των λευκών; Έτσι φαίνεται, αυτή τη γλώσσα μιλάω. Αλλά, τι

θα πει μια από τις γλώσσες των λευκών; Μπορώ, μια χαρά, να πω ότι μιλάω

μια γλώσσα λευκών, αφού δεν υπάρχει κανένας να με αντικρούσει! Απόμεινα ο

μόνος που μιλάει αυτή τη γλώσσα. Αλλά, τι κάθομαι και λέω, τώρα.

Καταλαβαίνω αυτά που λέω, καταλαβαίνω τον εαυτό μου; (Προχωρεί προς το

κέντρο του δωματίου) Κι αν, όπως μου είπε η Ντέζη, αυτοί έχουνε δίκιο;

(Ξαναγυρίζει στον καθρέφτη) Κι όμως, ο άνθρωπος δεν είναι κάτι άσχημο, δεν

είναι κάτι αποκρουστικό! (Κοιτάζεται ψηλαφίζοντας το πρόσωπό του) Είναι

πολύ αστείο! Αναρωτιέμαι, με τι πλάσμα να μοιάζω… με ποιον; (Τρέχει σ’ ένα

ντουλάπι, βγάζει από μέσα φωτογραφίες που τις κοιτάζει) Φωτογραφίες,

μάλιστα φωτογραφίες! Άραγε ποιοι να είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ο κύριος

Παπιγιόν ή τάχατες η Ντέζη; Μάλλον η Ντέζη. Κι αυτός εδώ είναι ο Βοδάρ, ο

Ντιντάρ ή ο Ζαν; Αλλά μπορεί να είμαι κι εγώ. (ανατρέχει στο ντουλάπι από

όπου βγάζει δύο τρεις πίνακες) Ναι, τώρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου, είμαι

εγώ, αυτός είμαι εγώ. (Κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους, δίπλα

στα κεφάλια των ρινόκερων) Αυτός είμαι εγώ, εγώ, εγώ! (Μόλις κρεμάσει τους

πίνακες, ξεχωρίζουμε ότι απεικονίζουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα κι έναν

άλλο άντρα. Τα πορτρέτα είναι τόσο άσχημα, που έρχονται σε αντίθεση με τα

κεφάλια των ρινόκερων που τώρα έχουν γίνει πάρα πολύ όμορφα. Ο Μπερανζέ

κάνει λίγο πίσω για να τα δει καλύτερα) Δεν είμαι όμορφος. Πάντα το ‘ξερα,

δεν είμαι, δα, και κανένας κούκλος (Ξεκρεμάει τους πίνακες, τους πετάει με

λύσσα στο πάτωμα και ξαναγυρίζει στον καθρέφτη) Αυτοί είναι πιο όμορφοι

από μένα. Οι ρινόκεροι είναι πιο όμορφοι! Είχα άδικο λοιπόν! Ω, πόσο θα ‘θελα

να ήμουν σαν κι αυτούς! Κοίτα χάλια! Κέρατα, ούτε για δείγμα! Τι άσχημο που

είναι ένα γυμνό αστόλιστο μέτωπο! Χωρίς κέρατα. Ένα δύο κερατάκια θα μου

πήγαιναν πάρα πολύ! Θα τόνιζαν τα χαρακτηριστικά μου, που έχουν μια τάση

να …κρεμάνε προς τα κάτω. Αλλά, ποιος ξέρει, δεν αποκλείεται μια μέρα να

μου φυτρώσουνε κέρατα. Τότε θα σταματήσω να ντρέπομαι. Θα μπορέσω να

πάω κοντά τους με στολισμένο μέτωπο. Έλα όμως που δεν λένε να φυτρώσουν

(κοιτάζει τις παλάμες του) Για κοίτα χέρια… σαν ζυμάρι! Άραγε, θα’χω την

τύχη να βγάλουνε αργότερα ρόζους, έστω λέπια, το ίδιο κάνει! (Βγάζει το

σακάκι του, ξεχουμπώνει το πουκάμισο και κοιτάζει το στήθος του στον

καθρέφτη) Αηδία… σκέτη αηδία, έχω τόσο πλαδαρό δέρμα, άσε, αυτή την

αποκρουστική ασπρίλα με τις αραιές τριχούλες. Δεν ήταν να είχα κι εγώ ένα

δέρμα σκληρό σαν πετσί, μ’ αυτό το υπέροχο βαθύ κιτρινοπράσινο χρώμα! Να

είχα την αμόλυντη κι άσπιλη γυμνότητά τους και όχι αυτές τις απαίσιες

τρίχες! (Ακούει τους βρυχηθμούς) Πάντως, τα τραγούδια τους σε γοητεύουν…

βέβαια είναι λίγο πρωτόγονα, αλλά δεν πειράζει, είναι τόσο σαγηνευτικά!

Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να τραγουδήσω σαν κι αυτούς. (Προσπαθεί να

τους μιμηθεί) Α… α…. α… α… Μουουουου… Όχι, όχι! Είμαι τόσο φάλτσος!

Τραγουδάω τόσο υποτονικά. Μου λείπει το ταμπεραμέντο, η ζωντάνια τους!

Δεν καταφέρνω να μουγγανίσω σαν κι αυτούς, τσιρίζω! Α… α… α…. μουου!

Τσιρίζω σαν μυξιάρικο… Άλλο να τσιρίζεις κι άλλο να μουγγανίζέις… Το

μουγγανητό έχει άλλη χάρη! Ω! Τώρα ξανάρχισε να με τυραννάει η συνείδησή

μου. Τι βάρος! Έπρεπε να τους ακολουθήσω την κατάλληλη στιγμή. Αλλά, πόύ

μυαλό! Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Αλίμονο… είμαι ένα τέρας. Τι λέω,

τερατούργημα! Αλίμονο, ποτέ μου δεν θα καταφέρω να γίνω ρινόκερος… ποτέ!

ΙΙοτέ! Θα το ‘θελα τόσο… Θά το ‘θελα ψυχή τε και σώματι, αλλά δεν μπορώ πια

ν’ αλλάξω, δεν γίνεται. Τι ντροπή! Δεν μπορώ, πια, ούτε στον καθρέφτη να

κοιταχτώ. (Γυρίζει την πλάτη του στον καθρέφτη) Τόση ασχήμια δεν

υποφέρεται. Αλίμονο σε κείνον που θέλει με το στανιό να διατηρήσει την

ιδιομορφία του. (Τινάζεται απότομα) Ε, λοιπόν, τόσο το χειρότερο! Θα

πολεμήσω ενάντια σ’ όλο τον κόσμο. Η καραμπίνα μου, πού είναι η καραμπίνα

μου; (Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, που φαίνονται πάντα τα κεφάλια των

ρινόκερων και ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη) Ενάντια σ’ όλον τον κόσμο! Θα

υπερασπίσω τον εαυτό μου ενάντια σ’ όλο τον κόσμο… δεν θα καθίσω με

σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω… Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος… και μέχρι

να ‘ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι, δεν θα συνθηκολογήσω!…

ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ!

ΤΕΛΟΣ

 

 

Αυτό ήταν το τέλος του Ρινόκερου.

Θα παρατηρήσατε, στο σημερινό άρθρο, δεν υπάρχει μουσική.

Λόγω πολύ χαμηλής ταχύτητας σύνδεσης, δεν υπάρχει αυτή η δυνατότης.

Ελπίζω να το ευχαριστηθήκατε, παρά τις συνεχόμενες διακοπές.

Καθρέφτης της εποχής του και κάθε μιας, θεωρώ, δεν είναι ένα πολιτικό έργο μα περισσότερο ανάλυση στον ανθρώπινο χαρακτήρα.

Κι’ ας μη σπεύσουμε να εξαιρέσουμε τον εαυτό μας, όλοι πέφτουμε σε πολλών ειδών παγίδες.

Άλλοτε ακίνδυνες, άλλοτε πάλι, όχι.

Εάν υπάρξουν σχόλια θ’ απαντηθούν το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Advertisements

4 thoughts on “Ο Ρινόκερος (τελευταίο)

  1. Μου φαίνεται παράξενο έως αλλόκοτο, να αισθάνομαι τόσο φίλος μέ έναν άνθρωπο που γνωρίζω τόσο λίγο.

    Δεν θέλω να φανταστώ πώς θα ήταν, αν είχα συνατνήσει ορισμένους ανθρώπους νωρίτερα στην ζωή μου, και αυτή είναι η ειλικρινέστερη ευχή μου.

    • Καλέ φίλε, δύο πράγματα.
      Πάντα είναι η σωστή στιγμή όταν γνωρίζουμε ανθρώπους και δεύτερο, στο πρόσωπο των άλλων πάντοτε αντικατοπτρίζεται το δικό μας.
      Αμοιβαία η φιλία.
      Χαιρετώ.

  2. Τέλος του άθλου, ένα χαμηλόφωνο μπράβο.
    Δεν θα το είχα διαβάσει ποτέ αν δεν το είχες ανεβάσει.
    Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ να διαβάσω τον Ρινόκερο, θεωρούσα πως δεν με αφορούσε.
    Από όσο βάθος καρδιάς διαθέτω, εύχομαι νάσαι καλά και δυνατός,

    • Καλέ μου φίλε Όφι

      Τέτοια έργα αφορούν όλους μας τελικώς.
      Κάποιες φορές είναι ένας φωτεινός δείκτης στη ζωή μας, κάποιες άλλες ένα κουράγιο.
      Η πρώτη επαφή μου ήταν με μία κινηματογραφική μεταφορά του, από την οποία όμως δεν έχω κανένα στοιχείο για να σε παραπέμψω.
      Κατόπιν, χρόνια πολλά μετά, το αναζήτησα στην έγγραφη μορφή του και με έκπληξη, διαπίστωσα πόσο δυνατό συνέχιζε να είναι παρά την ήδη υπάρχουσα πρώτη επαφή μου και τα χρόνια που πέρασαν.
      Αυτό με οδήγησε στην απόφαση να το αναρτήσω στο blog, παρά τον «άθλο» που αναφέρεις.
      Με κούρασε λίγο, αλλά δεν το μετανιώνω.
      Χαίρομαι εξαιρετικά που σου άρεσε και σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τις ευχές σου. Είναι απαραίτητες αυτήν την περίοδο της ζωής μου.
      Σε χαιρετώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s