Ρινόκερος 6

Πώς να.εμπιστευτεί ένα ξόανο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κάνεις λάθος, Ζαν, αγαπημένο ζευγάρι!

ΖΑΝ: Πολύ αγαπημένο ζευγάρι… δεν θα’σαι καλά.. χουν… χουν… Μπρρρρ

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, προχωρεί προς το μπάνιο, αλλά ο Ζαν του κλείνει την πόρτα

κατάμουτρα: Μάλιστα, πολύ αγαπημένο ζευγάρι… κι αν το θέλεις η απόδειξη

είναι ότι…

ΖΑΝ, μέσα στο μπάνιο: Ο Βοδάρ είχε μια δική του προσωπική ζωή… Στο βάθος

της καρδιάς του, φύλαγε μια κρυφή γωνιά, που δεν την φανέρωνε ποτέ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν θέλω να σε κάνω να μιλάς. Ίσως να σου κάνει κακό, και δεν

πρέπει.

ΖΑΝ: Το αντίθετο… με ξαλαφρώνει….

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε παρακαλώ, άφησέ με τουλάχιστον να φωνάξω ένα γιατρό.

ΖΑΝ: Απαγορεύεται δια ροπάλου! Με κάνεις έξαλλο με το πείσμα σου. Το

κατάλαβες επιτέλους; (Ο Ζαν ξαναγυρίζει στο δωμάτιο. Ο Μπερανζέ κάνει

λίγα βήματα προς τα πίσω τρομαγμένος, γιατί ο Ζαν έχει γίνει ακόμα πιο

χαλκοπράσινος κι αρθρώνει με σχετική δυσκολία. Η φωνή του έχει γίνει

αγνώριστη)

ΖΑΝ: Και στο κάτω κάτω, είτε έγινε ρινόκερος ελεύθερα και αυθόρμητα, είτε

έγινε κατόπιν ρεβανσιστικών σχεδίων, τώρα μπορεί να είναι πολύ πιο

ευχαριστημένος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ευχαριστημένος με τέτοια συμφορά; Μα, φίλε μου, είναι δυνατόν

να σκέφτεσαι ότι, ότι…

ΖΑΝ: Έχεις μανία να βλέπεις παντού την καταστροφή… Αν έχανε κέφι του

ανθρωπάκου να γίνει ρινόκερος… αν το τραβούσε οργανισμός του… εγώ σ’

αυτό το γεγονός δεν βλέπω τίποτα αφύσικο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Συμφωνώ, το γεγονός είναι πολύ φυσικό… Μα πολύ αμφιβάλλω αν

το τραβούσε ο οργανισμός του.

ΖΑΝ: Και γιατί αμφιβάλλεις, παρακαλώ;

ΜΠΕΥΑΝΖΕ: Μου είναι λίγο δύσκολο να στο εξηγήσω, αλλά νομίζω ότι είναι

κάτι αυτονόητο!

ΖΑΝ: Εγώ δεν το βρίσκω και τόσο τρομακτικό να γίνεις ρινόκερος…

Πλασματάκια του Θεού είναι κι οι ρινόκεροι, σαν κι εμάς κι έχουνε κι αυτοί

στη ζωή τα ίδια δικαιώματα που έχουμε εμείς…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με μια διαφορά, να μην μπερδεύονται στη δική μας ζωή. Εμείς

έχουμε διαφορετική νοοτροπία, δεν το παραδέχεσαι;

ΖΑΝ, πάει κ έρχεται στο δωμάτιο, μπαίνει και βγαίνει στο μπάνιο: Και ποιος

σου είπε ότι η δική μας νοοτροπία είναι σωστή;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όπως και να ‘χει, εμείς έχουμε κάποια ηθική, που δεν νομίζω να

έχει κάποια σχέση με την ηθική των ζώων!

ΖΑΝ, μπαίνοντας: Ηθική!… Η ηθική τώρα μας μάρανε… Είμαι μέχρι εδώ με την

ηθική, τη συχάθηκε η ψυχή μου… Ηθική και πράσινα άλογα… Καιρός είναι να

την ξεπεράσουμε την ηθική!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Και τι θα βάζαμε στη υέση της;

ΖΑΝ, όπως και πριν, με το ίδιο ύφος: Τη φύση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τη φύση;

ΖΑΝ, με το ίδιο ύφος: Μάλιστα, τη φύση. Η φύση έχει δικούς της νόμους. Η

ηθική είναι κάτι το αφύσικο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, γυρεύεις ν’ αντικαταστήσουμε τον

ηθικό νόμο με το νόμο της ζούγκλας!

ΖΑΝ: Μάλιστα, της ζούγκλας… εκεί θ’ ανέπνεα… Εκεί θα ‘θελα να ζήσω.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μια κουβέντα είναι αυτή… Κατά βάθος όμως, κανένας από μας…

ΖΑΝ, τον διακόπτει και πηγαινοέρχεται πάντα στο δωμάτιο: Πρέπει να

ξαναβάλουμε αξιοκρατικά θεμέλια στη ζωή μας… Πρέπει να ξαναγυρίσουμε

στην ακεραιότητα που είχαν τα πρώτα πλάσματα της δημιουργίας.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω, φίλε μου!

ΖΑΝ, ξεφυσώντας τρομαχτικά: Ν’ αναπνεύσω. Θέλω ν’ αναπνεύσω…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Για ξανασκέψου το ζήτημα… πρόσεξε… Εμείς διαθέτουμε μια

θεμελιωμένη φιλοσοφία, που αυτά τα ζωντανά δεν την έχουν δει ούτε στον

ύπνο τους! Συστήματα για αξίες ζωής που ειναι αναντικατάστατα. Τα

δημιούργησαν αιώνες και αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού και…

ΖΑΝ, μέσα από το μπάνιο: Όλα αυτά πρέπει να κατεδαφιστούν, να

γκρεμιστούν, να αφανιστούν… μάλιστα, όλα… θα ‘μαστε πολύ καλύτερα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν σε παίρνω στα σοβαρά… σίγουρα θα αστειεύεσαι ή το’ριξες

στην ποίηση…

ΖΑΝ, πάντα από το μπάνιο: Μπρρρρ… (ξαναμουγκρίζει)

 

Ακούμε Berlioz Romeo et Juliette introduction

 

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν το ήξερα ότι έκανες και ρίμες!

ΖΑΝ, βγαίνοντας από το μπάνιο: Μπρρρρ (μουγκρίζει και πάλι)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε ξέρω αρκετά χαλά και δεν με πείθεις ότι όλα αυτά που μου

λες τα πιστεύεις κιόλας και τα πρεσβεύεις… Ο άνθρωπος… και αυτό το

γνωρίζεις περίτρανα, όπως και εγώ…

ΖΑΝ, τον διακόπτει: Ο άνθρωπος! Αυτή τη λέξη να μην την ξαναπείς μπροστά

μου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θέλω να πω, το ανθρώπινο πλάσμα… ο ουμανισμός…

ΖΑΝ: Ουμανισμός! Θεωρίες ξεπερασμένες! Χωρίς διαφάνεια! Γέρασες, αλλά

είσαι πάντοτε ένας γελοίος ρομαντικός! Πάει ο ουμανισμός, ξόφλησε!

(Ξαναμπαίνει στο μπάνιο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, επιτέλους, υπάρχει η σκέψη, το μυαλό, που όλο εξελίσσεται.

ΖΑΝ, μέσα από το μπάνιο: Τρίχες κατσαρές. Αυτά είναι κλισέ! Βαρέθηκα να σε

ακούω να μου λες απίθανα σενάρια. Μπρρρρ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ, απίθανα σενάρια;

ΖΑΝ, με πολύ τραχιά φωνή, έτσι που ξεχωρίζεις λιγάκι δύσκολα τα λόγια του:

Μάλιστα, μπούρδες με λοφίο… Μπρρρρ.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τα ‘χω χαμένα… πρώτη φορά σ’ ακούω να υποστηρίζεις κάτι

τέτοιες θεωρίες, αγαπητέ μου Ζαν. Μα τι έπαθες, το ξέρεις ότι παραλογίζεσαι;

Στο τέλος θα μου πεις ότι θα σ’ άρεσε να ήσουνα ρινόκερος!

ΖΑΝ: Και γιατί όχι; Εγώ δεν έχω ανόητες προκαταλήψεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις την καλοσύνη να μιλάς λίγο πιο καθαρά… Δεν

καταλαβαίνω τι λες. Αρθρώνεις παρά πολύ άσχημα…

ΖΑΝ, πάντα μέσα στο μπάνιο: Καθάρισε τ’ αφτιά σου και θα καταλάβεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι να καθαρίσω;

ΖΑΝ: Τ’ αφτιά σου! Κουφάθηκες εντελώς. Σου είπα: Γιατί να μη γίνω

ρινόκερος… Πάντα μ’ άρεσε η αλλαγή!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε, δεν είμαστε καλά… Είναι δυνατόν να μου αραδιάζεις

παρόμοιες θεωρίες… (Ο Μπερανζέ σταματάει απότομα, όπως βλέπει τον Ζαν

να ξαναγυρίζει, σε μια τρομαχτική κατάσταση. Τώρα, ο Ζαν είναι τελείως

χαλκοπράσινος και το καρούμπαλο στο μέτωπό του έχει μεταβληθεί σχεδόν σε

κέρατο ρινόκερου) Ω!… Δεν ξέρεις πια ούτε τι σου συμβαίνει ούτε τι κάνεις. (Ο

Ζαν ορμάει στο κρεβάτι του, πετάει κάτω τα σκεπάσματα, προφέρει

αφρισμένος ακατανόητες άναρθες λέξεις, και πού και πού, βγάζει άγριες

κραυγές) Έλα ηρέμησε, ηρέμησε, πρώτη φορά σε βλέπω σ’ αυτή την

κατάσταση, δεν σ’ αναγνωρίζω πια!

ΖΑΝ, μόλις και διακρίνουμε τι λέει: Ζέστη!… Πολύ ζέστη!… Όλα αυτά πρέπει

να τ’ αφανίσουμε, να τα γκρεμίσουμε …τα ρούχα… τι φαγούρα είναι αυτή… με

πνίγουνε… με τρώνε (βγάζει τώρα και το παντελόνι της πιτζάμας)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα τι κάνεις… Τώρα ξεγυμνώνεσαι και από πάνω… Εσύ πάντοτε

καυτηρίαζες τους επιδειξίες…

ΖΑΝ: Στους βάλτους! Στους βάλτους!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γύρισε να με κοιτάξεις… έχω την εντύπωση πως ούτε με βλέπεις

ούτε ακούς τι σου λέω.

ΖΑΝ: Σ’ ακούω θαυμάσια και σε βλέπω ακόμα πιο θαυμάσια… (Χυμάει προς τον

Μπερανζέ με το κεφάλι χαμηλωμένο. Ο Μπερανζέ τραβιέται για να μην τον

χτυπήσει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πρόσεχε, μα τρελάθηκες;

ΖΑΝ, αναπνέει ξεφυσώντας: Με συγχωρείς… (Ύστερα ξανατρέχει σαν

δαιμονισμένος στο μπάνιο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, κάνει να φύγει από την πόρτα αριστερά, αλλά, μετά, σαν να

μετανιώνει γυρίζει και τρέχει πίσω από τον Ζαν, στο μπάνιο, λέγοντας: Όχι!

Δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω σ’ αυτή την κατάσταση… είναι φίλος μου.

(Μέσα από το μπάνιο) Πάει τέλειωσε, Ζαν, θα φωνάξω γιατρό… πίστεψέ με,

είναι απαραίτητο… απαραίτητο!

ΖΑΝ, από το μπάνιο: Όχι!

ΜΙΙΕΡΑΝΖΕ, από το μπάνιο: Ναι! Ηρέμησε σου λέω, Ζαν… γίνεσαι γελοίος! Ωχ,

το κέρατό σου… το κέρατό σου μεγαλώνε. όλο και περισσότερο… Έγινες…

έγινες ρινόκερος!

ΖΑΝ, από το μπάνιο: Θα σε ποδοπατήσω… Θα σε λιώσω… (Ακούγεται

τρομαχτική φασαρία, μουγκρίσματα, πράγματα πέφτουν, ένας καθρέφτης που

γίνεται κομμάτια. Σε λίγο, βλέπουμε να βγαίνει ο Μπερανζέ τρομοκρατημένος,

αναστατωμένος και να προσπαθεί να κλείσει την πόρτα του μπάνιου με

δυσκολία, γιατί από μέσα, όπως μαντεύουμε, την τραβάει κάποιος άλλος.

Τελικά. με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, καταφέρνει να την κλείσει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως κρατάει την πόρτα: Έγινε ρινόκερος… πάει! Έγινε

ρινόκερος! (Καταφέρνει τελικά να κλείσει την πόρτα, αλλά ένα κέρατο του

σχίζει το σακάκι. Ύστερα το ίδιο κέρατο σπάει την πόρτα και παρουσιάζεται

στο κέντρο από μια τρύπα. Όπως η πόρτα πάει κι έρχεται από τα τραντάγματα

του θηρίου, ο χαλασμός στο μπάνιο συνεχίζεται με μουγκρητά, βρυχηθμούς

και λέξεις που σχεδόν δεν τις ξεχωρίζουμε, όπως «βρομιάρη, λύσσαξα,

κάθαρμα, κ.λπ» Ο Μπερανζέ, καθώς ορμάει στην πόρτα δεξιά) Πού να πάει το

μυαλό μου ότι θα’φτανε σ’ αυτό σημείο… πού να το φανταστώ… (Ανοίγει την

πόρτα της σκάλας και χτυπά με τις γροθιές του ασταμάτητα την πόρτα που

βρίσκεται στο πλατύσκαλο) Ρινόκερος… Υπάρχει στο κτίριο ρινόκερος…

φωνάξτε την αστυνομία… Ένας ρινόκερος!

 

<object width=»480″ height=»385″><param name=»movie» value=»http://www.youtube.com/v/2xoIubcusKU?fs=1&amp;hl=en_US&amp;rel=0″></param><param name=»allowFullScreen» value=»true»></param><param name=»allowscriptaccess» value=»always»></param></object>

 

ΓΕΡΑΚΟΣ, βγάζει το κεφάλι του όπως και πριν: Τι πάθατε κα φωνάζετε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Την αστυνομία, γρήγορα, την αστυνομία… Υπάρχει ρινόκερος

σπίτι σας.

ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΓΕΡΑΚΟΥ: Μα τι συμβαίνει, Ζαν… γιατί κάνεις τόση

φασαρία;

ΓΕΡΑΚΟΣ, στη γυναίκα του: Δεν κατάλαβα και καλά, τα λέει μπερδεμένα…

Είδε λέει ένα ρινόκερο…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μάλιστα, ρινόκερος, εδώ, μέσα στο σπίτι σας. Φωνάξτε την

αστυνομία!

ΓΕΡΑΚΟΣ: Είσαι με τα καλά σου; Γι’ αυτό αναστάτωσες με τις φωνές σου το

σύμπαν; Για κοίτα αναίδεια! (Του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ορμάει στη σκάλα: Ο Θυρωρός! Πού είναι ο θυρωρός… Ρινόκερος

στο σπίτι σας, φωνάξτε την αστυνομία… την αστυνομία… (Βλέπουμε ν’ ανοίγει

ο φεγγίτης της πόρτας της Θυρωρού και να παρουσιάζεται το κεφάλι ενός

ρινόκερου!) Κι άλλος… κι άλλος ρινόκερος! (Ανεβαίνει και πάλι τρέχοντας τη

σκάλα, πάει να μπει στο δωμάτιο του Ζαν, αλλά διστάζει και ξανατρέχει προς

την πόρτα του Γεράκου. Την ίδια στιγμή, η πόρτα του Γεράκου ανοίγει και

εμφανίζονται δύο μικρά κεφαλάκια ρινόκερων) Θεέ μου… Είναι δυνατόν;

(Ξαναγυρίζει στο δωμάτιο του Ζαν. Η πόρτα του μπάνιου τραντάζεται πάντα.

Προχωρεί προς το παράθυρο, που το πλαίσιό του βρίσκεται μπροστά στη

σκηνή, απέναντι στο κοινό. Είναι εξαντλημένος, λίγο ακόμα και θα

λιποθυμήσει, σχεδον τραυλίζει) Αχ, Θεέ μου!… Αχ Θεέ μου… (Κάνει μια

προσπάθεια και πηδάει στο πρεβάζι, έξω από το παράθυρο προς το μέρος του

κοινού, αλλά ξανανεβαίνει αμέσως γιατί την ίδια στιγμή εμφανίζονται από

κάτω, δηλαδή, από την πλατεία, κέρατα ρινόκερων. Τα βλέπουμε να

προχωράνε και να τρέχουν από τη μια άκρη στην άλλη με αφάνταστη

ταχύτητα. Ανεβαίνει και πάλι, όσο πιο γρήγορα μπορεί, και για μια στιγμή

στέκεται και κοιτάζει προς τα έξω) Ρινόκεροι! Στο δρόμο κοπάδι ολόκληρο…

Στρατιά ολόκληρη. Ρινόκεροι!… Κατηφορίζουνε τρέχοντας στη λεωφόρο…

(Κοιτάζει προς όλες τις μεριές) Πώς θα μπορέσω τώρα να βγω… από πού θα

βγω… Αν τουλάχιστον τρέχανε μόνο μέσα στη μέση του δρόμου…

στριμώχνονται και στα πεζοδρόμια… πλημμύρισαν τα πάντα… από πού θα βγω

τώρα… από πού θα φύγω… (Τον έχει πιάσει πανικός, τρέχει προς όλες τις

πόρτες και τα παράθυρα. Η πόρτα του μπάνιου πάντα τραντάζεται κι

ακούγεται πάντα ο Ζαν, να μουγκρίζει, να βγάζει άναρθρες κραυγές και πού

και πού ασυνάρτητες λέξεις και βρισιές. Όλα αυτά συνεχίζονται για λίγη ώρα.

Κάθε φορά που ο Μπερανζέ προσπαθεί, μέσα στην ταραχή του, να φύγει,

βρίσκεται μπροστά στην πόρτα του Γεράκου ή στα σκαλοπάτια της σκάλας και

αμέσως κάνει πίσω, γιατί παρουσιάζονται μπροστά του κεφάλια ρινόκερων που

μουγκρίζουν απειλητικά. Για μια τελευταία φορά τρέχει στο παράθυρο και

κοιτάζει έξω) Γίνανε κοπάδια… κοπάδια ρινόκεροι… κι ύστερα σου λένε πως

αυτό το θηρίο προτιμά τη μοναχική ζωή! Λάθος! Μεγάλο λάθος… πρέπει να

αναθεωρηθεί εκ βάθρων αυτή η θεωρία. Δεν άφησαν στη λεωφόρο παγκάκι για

παγκάκι, τα γκρεμίσανε όλα. (Σφίγγει τα χέρια του με μεγάλη αγωνία) Τι να

κάνω τώρα, Θεέ μου, τι να κάνω; (Τρέχει και πάλι σε κάθε πιθανή έξοδο αλλά

και πάλι οι ρινόκεροι τον σταματάνε. Σε μια στιγμή που βρίσκεται κοντά στο

μπάνιο, βλέπει την πόρτα έτοιμη να υποχωρήσει. Τινάζεται γρήγορα και

κολλάει στον τοίχο του βάθους, αλλά και αυτός γκρεμίζεται. Τώρα, στο βάθος

βλέπουμε ένα δρόμο, πηδάει και τρέχει ουρλιάζοντας) Βοήθεια ρινόκερος!…

Ρινόκεροι!… Ρινόκεροι.. (Τρόμαχτιχός θόρυβος και, όπως και η πόρτα του

μπάνιου γκρεμίζεται)

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

Σχεδόν ίδιο σκηνικό με της προηγούμενης εικόνας. Το δωμάτιο του Μπερανζέ,

που μοιάζει αρκετά με το δωμάτιο του Ζαν. Λίγες λεπτομέρειες, ένα δυο

έπιπλα παραπάνω, μας δείχνουν ότι πρόκειται για άλλο δωμάτιο. Αριστερά,

μια σκάλα και πλατύσκαλο. Πόρτα στο βάθος του πλατύσκαλου. Θυρωρείο δεν

υπάρχει. Στο βάθος, ένα ντιβάνι. Ο Μπερανζέ είναι ξαπλωμένος στο ντιβάνι,

πλάτη στο κοινό. Μια πολυθρόνα κε ένα μικρό τραπεζάκι και πάνω σ’ αυτό το

τηλέφωνο. Στο βάθος ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα δεύτερο παράθυρο, μόνο το

πλαίσιό του, στο προσκήνιο. Ο Μπερανζέ είναι ξαπλωμένος στο ντιβάνι,

ντυμένος. Στο κεφάλι, έχει έναν επίδεσμο. Ίσως να βλέπει εφιάλτες, γιατί

τινάζεται συνεχώς μέσα στον ύπνο του

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι… όχι… (παύση) Παντού κέρατα… φυλαχτείτε από τα

κέρατα… (Παύση. Ακούγεται ένας φοβερός θόρυβος που κάνουν ένα τσούρμο

ρινόκεροι όπως περνάνε κάτω από το παράθυρο του βάθους) Όχι, αφήστε με!

(Πέφτει στο πάτωμα καθώς παλεύει μέσα στον εφιάλτη του και ξυπνάει.

Ψάχνει το μέτωπό του, τρομοκρατημένος, ύστερα τρέχει στον καθρέφτη.

Ανασηκώνει τον επίδεσμο. Ο φοβερός θόρυβος σταματάει. Αναστενάζει με

ανακούφιση γιατί βλέπει ότι δεν έχει φυτρώσει κανένα καρούμπαλο. Διστάζει

για λίγο, γυρίζει, ξαπλώνει στο ντιβάνι, αλλά σχεδόν αμέσως ξανασηκώνεται.

Προχωρεί στο τραπέζι όπου υπάρχει ένα μπουκάλι κονιάκ και ένα ποτήρι και

ετοιμάζεται να πιει. Για λίγο, γίνεται μέσα του μια μικρή πάλη, αλλά ύστερα

ξαναβάζει αποφασιστικά το ποτήρι και το μπουκάλι πάνω στο τραπέζι)

Θέληση… πρέπει να γίνω δυνατός. (Ετοιμάζεται να ξαναξαπλώσει, αλλά από

το παράθυρο του βάθους ακούγεται και πάλι φασαρία από τους ρινόκερους

που τρέχουν. Βάζοντας το χέρι στην καρδιά του) Θεέ μου! (Προχωρεί προς το

παράθυρο του βάθους,.ρίχνει για λίγο έξω μια ματιά, αλλά σχεδόν αμέσως το

κλείνει ταραγμένος. Ο θόρυβος ακούγεται λιγότερο. Προχωρεί και πάλι προς

το τραπέζι, στέκεται για λίγο διστακτικός, κοιτάζοντας το μπουκάλι,

ανασηχώνει τους ώμους σαν να λέει «ωχ, αδερφέ», γεμίζει ένα μεγάλο ποτήρι

κονιάκ και το καταπίνει μονορούφι. Ξαναβάζει στο τραπέζι το ποτήρι και το

μπουκάλι. Βήχει! Ο ήχος του βήχα τον ανησυχεί, ξαναβήχει και παρακολουθεί

προσεχτικά το βήχα του. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και ξαναβηχει. Ανοίγει και

πάλι το παράθυρο. Οι ανάσες των θηρίων ακούγονται ξανά, πιο έντονα,

ξαναβηχει) Όχι… είναι άλλο πράγμα… καμία σχέση! Καμία σχέση. (Ησυχάζει

κάπως και κλείνει το παράθυρο, ψηλαφίζει το μέτωπό του πάνω από τον

επίδεσμο. Τελικά, ξαπλώνει στο ντιβάνι σαν να θέλει να κοιμηθεί. Τότε,

βλέπουμε τον Ντιντάρ που ανεβαίνει τα τελευταία σκαλιά. Φτάνει στο

πλατύσκαλο και χτυπάει την πόρτα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τινάζεται στο ντιβάνι: Ποιος είναι;

J. S. Bach / B Minor Mass – «Symbolum nicenun: Et resurrexit»

 

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ήρθα να σε δω, Μπερανζέ, έμαθα ότι είσαι άρρωστος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιος είναι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ είμαι… εγώ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιος εγώ;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ, ο Ντιντάρ

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α!… Εσύ είσαι… Έλα μέσα…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν σ’ ενοχλώ, έτσι; (Πάει ν’ ανοίξει την πόρτα) Μα έχεις

κλειδώσει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μια στιγμή… έφτασα, έφτασα! (Ξεκλειδώνει, ο Ντιντάρ μπαίνει)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλή σου μέρα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλή μέρα, Ντιντάρ. Τι ώρα είναι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ούτε την ώρα δεν ξέρεις; Αυγά μου κλωσάς, κλειδαμπαρωμένος

σπίτι σου; Τουλάχιστον πας καλύτερα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με συγχωρείς, ε; Στην αρχή δεν γνώρισα τη φωνή σου. (Πηγαίνει

και ανοίγει το παράθυρο) Ναι, ναι, ελπίζω… ελπίζω. Πάω λίγο καλύτερα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν γνώρισες τη φωνή μου; Μα, δεν άλλαξε. Εγώ τη δική σου τη

γνώρισα αμέσως!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με συγχωρείς, ίσως να ήτανε ιδέα μου… Πραγματικά, η φωνή

σου δεν άλλαξε καθόλου. Αλλά ούτε και η δική μου, δεν συμφωνείς;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Και γιατί θα ‘πρεπε ν’ αλλάξουν, υπάρχει λόγος;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κανένας, μα… μήπως απέκτησα πιο μπάσους τόνους, λίγο πιο

βαριά φωνή;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν μου δίνεις καθόλου αυτή την εντύπωση.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ευτυχώς… Είχα τόση αγωνία!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αγωνία, για ποιο πράγμα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τίποτα, τίποτα, να έτσι, δεν ξέρεις, καμιά φορά, όσα δεν φέρνει ο

χρόνος τα φέρνει η ώρα… Φωνή είναι αυτή, μπορεί και ν’ αλλάξει. Συνηθισμένα

πράγματα… Ψέματα;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μήπως άρπαξες καμιά γριπούλα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α, μπα! Δηλαδή, το ελπίζω. Μα γιατί στέκεσαι όρθιος… κάθησε,

σαν στο σπίτι σου… η πολυθρόνα είναι αρκετά αναπαυτική.

ΝΤΙΝΤΑΡ, όπως κάθεται στην πολυθρόνα: Νιώθεις πάντα την ίδια αδιαθεσία;

Σε πονάει πάντα το κεφάλι σου; (Δείχνει τον επίδεσμο που φοράει ο Μπερανζέ)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, βέβαια βέβαια, με πονάει και πολύ μάλιστα… Πάντως

καρούμπαλο δεν έβγαλα… Δεν βλέπεις καρούμπαλο… Βλεπεις; (Τραβαει τον

επίδεσμο και δείχνει το μέτωπο του στο Ντιντάρ)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι, καρούμπαλο δεν βλέπω… ούτε ίχνος.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι ούτε θα δεις ποτέ. Δεν το’χω σκοπό… Καρούμπαλο ποτέ!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, πώς θα βγάλεις καρούμπαλο χωρίς να χτυπήσεις, γίνεται;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό λέω κι εγώ, όταν προσέχεις δεν έχεις κανένα φόβο να

χτυπήσεις. Κανένα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι αυτονόητο… Φτάνει μόνο να προσέχεις… Μα επιτέλους, τι σου

συμβαίνει; Γιατί τόσος εκνευρισμός κι ανησυχία… Αν μείνεις ξαπλωμένος, θα

σ’ ενοχλεί λιγότερο… Θέλω να πω, ο πονοκέφαλος..

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιος πονοκέφαλος; Μη μου ξαναπείς για πονοκέφαλο…

Απαγορεύεται, κατάλαβες; Δια ροπάλου!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Με εγώ το βρίσκω πολύ φυσικό, ύστερα από τόσες συγκινήσεις να’

χεις λίγο πονοκέφαλο, τι λίγο, πολύ πονοκέ…

ΜΙΙΕΡΑΝΖΕ: Πάψε, ακόμα δεν μπορώ να συνέλθω!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, παύω, μα… είναι φυσική συνέπεια να σε πονάει το κεφάλι σου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρέχει στον καθρέφτη και τραβάει τον επίδεσμο: Δόξα σοι ο

Θεός, τίποτα… δεν βλέπω τίποτα… ξέρεις, κάπως έτσι αρχίζει..

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ποιο πράγμα αρχίζει έτσι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να… φοβάμαι μήπως γίνω κάτι άλλο…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιο καλά, δεν σταματάς να γυροφέρνεις… Κάθισε λίγο… Έτσι που

πας κι έρχεσαι σαν σβούρα, εκνευρίζεσαι περισσότερο… δεν το καταλαβαίνεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, έχεις δίκιο, πρέπει να ηρεμήσω (κάθεται), να ηρεμήσω…

Ακόμα, ξέρεις, τα βλέπω όλα μπροστά μου.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Το ξέρω… όλα αυτά για το Ζαν…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, βέβαια, κυρίως για τον Ζαν, αλλά και όλοι οι άλλοι δεν πάνε

πίσω. Μικρό το’χεις να…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καταλαβαίνω, πέρασες πολύ μεγάλο σοκ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σοκ, δεν θα πει τίποτα. Ταραχή, τρομάρα! Ευτυχώς, εσύ με

νιώθεις.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τελοσπάντων…. όπως και να’χει, δεν ήταν δα και η συντέλεια του

κόσμου, ούτε υπάρχει λόγος ν’ αφήνεις τον εαυτό σου να…

 

Beethoven / Piano Sonata in A major, Op. 101 – first movement, «Allegretto ma non troppo con intimissimo sentimento»

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα ‘θελα να ‘βλεπα τι θα ‘κανες, εσύ στη θέση μου… Ο Ζαν ήταν

ο καλύτερός μου φίλος… Να μεταμορφωθεί έτσι στα καλά του καθουμένου,

μπροστά στα μάτια μου… άσε που έκανε σαν λυσσασμένος…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Το παραδέχομαι, ήταν μεγάλη απογοήτευση για σένα. Αλλά καιρός

να το ξεπεράσεις.

 

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πώς να το ξεπεράσω… Νέος άνθρωπος, με τέτοια αισθήματα,

έτοιμος να ριχτεί με τα μούτρα στον αγώνα για την ανθρωπότητα… Ποιος θα

μπορούσε να το πιστέψει… Αυτός.. αυτός… Γνωριζόμαστε από… από παιδιά…

ποτέ δεν φανταζόμουνα παρόμοια εξέλιξη… ήμουνα πιο σίγουρος γι’ αυτόν από

ό,τι ήμουνα για τον ίδιο μου τον εαυτό… Και να το κάνει αυτό σε μένα… σε

μένα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, δεν νομίζω ότι το έκανε γιατί είχε κάτι συγκεκριμένο εναντίον

σου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, αυτή την εντύπωση μου έδωσε… Αν έβλεπες πώς

άφριζε, σε τι κατάσταση βρισκότανε … Το πρόσωπό του είχε μια έκφραση που

ποτέ…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι γιατί έτυχε να βρεθείς εσύ κοντά του εκείνες τις στιγμές. Κι

άλλος αν ήτανε στη θέση σου, ίδια θα του φερότανε.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, αλλά ήμουνα εγώ.. και θα έπρεπε να συγκρατηθεί για χάρη

της μεγάλης μας φιλίας!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, δεν μου λες; Πιστεύεις ότι είσαι το κέντρο του σύμπαντος και

πως ό,τι συμβαίνει σε αφορά προσωπικά; Μα την πίστη μου, δεν σε έβαλε δα

στο σημάδι ολόκληρη η υφήλιος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ίσως να ‘ναι κι έτσι… Θα προσπαθήσω να λογικευτώ… Πάντως,

το ίδιο το φαινόμενο είναι πολύ δυσάρεστο… Για να ‘μαι ειλικρινής, εμένα

τουλάχιστον με αναστατώνει… κι εξήγηση… εξήγηση δεν βρίσκω….

ΝΤΙΝΤΑΡ: Για την ώρα, κι εγώ δεν βρίσκω ικανοποιητική εξήγηση. Απλώς,

διαπιστώνω τα γεγονότα και τα καταγράφω… Εφόσον γεγονότα υπάρχουν,

λοιπόν, θα πρέπει κάποια στιγμή και να μπορούν να εξηγηθούν. Ιδιοτροπία της

φύσης, παραξενιά, εξωφρενισμός… παίζει παιχνιδάκια μαζί μας; Ποιος ξέρει;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο Ζαν είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όμως εγώ δεν

έχω φιλοδοξίες, αυτό που είμαι μου φτάνει!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ίσως να του άρεσε ο καθαρός αέρας… η εξοχή, ο ανοιχτός

ορίζοντας, ίσως να ένιωθε την ανάγκη για λίγο ριλάξ. Βέβαια, αυτά δεν στα

λέω για να τον δικαιολογήσω, αλλά…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε καταλαβαίνω… τουλάχιστον προσπαθώ… Όσο, ακόμα κι αν με

κατηγορήσεις ότι μου λείπει παντελώς το αθλητικό πνεύμα… ή πως δεν είμαι

τίποτα άλλο παρά ένας χοντρός μικροαστός που ζει αμπαρωμένος σε ένα δικό

του κλισέ κόσμο, πάλι δεν θα άλλαζα τα πιστεύω μου!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μη φοβάσαι, και κανείς μας δεν αλλάζει τα πιστεύω του! Τι κάθεσαι

λοιπόν και χολοσκάς για λίγα κρούσματα ρινοκερίτιδας… Πάρτο σαν μια

κολλητική επιδημία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό φοβάμαι ακριβώς… μήπως. είναι κολλητική!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Έλα, πάψε να το σκέφτεσαι … Δεν αξίζει ως γεγονός να του δίνεις

τόσο μεγάλη σημασία… Το παράδειγμα του Ζαν δεν θα δημιουργήσει σχολή,

ούτε είναι αντιπροσωπευτικό μιας εποχής. Μόνος σου είπες ότι ο Ζαν είχε πολύ

μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Κατά τη γνώμη μου, και συγχώρα με αν μιλάω

άσχημα για τον φίλο σου, αλλά ο Ζαν πάντοτε ήτανε παρορμητικός,

πρωτόγονος, εκκεντρικός! Δεν θα πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά έναν άνθρωπο

που τ’ άρεσε να παριστάνει τον πρωτότυπο… Σημασία έχει ο μέσος άνθρωπος!

 

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα αρχίζω να το βλέπω πιο ξεκάθαρα… Όπως είπες κι εσύ πριν

λίγο, σ’ ένα φαινόμενο δεν βρίσκεις εύκολά εξήγηση. Κι όμως, με όσα είπες,

μου έδωσες μια πιθανή εξήγηση… Αυτό είναι… για να φτάσει ο Ζαν σε τέτοια

κατάσταση, θα πρέπει, σίγουρα, να πέρασε κάποια μεγάλη κρίση, να’παθε κάτι

σαν παράκρουση, σαν τρέλα… Κι όμως, μιλούσε με επιχειρήματα, έμοιαζε σαν

να είχε μελετήσει το πρόβλημα, και η απόφαση σα να’χε ωριμάσει μέσα του…

Αλλά, έχουμε και τον Βοδάρ. Ήτανε παρανοϊκός ο Βοδάρ… και οι άλλοι; Όλοι

οι άλλοι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Υπάρχει το ενδεχόμενο της επιδημίας… Κάτι σαν τη γρίπη… Οι

επιδημίες είναι πολύ συνηθισμένες ανά τους αιώνες!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό που συμβαίνει ξεπερνάει τα όρια κάθε επιδημίας. Λες να

μας ήρθε από τις αποικίες;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τώρα, πας φυρί φυρί να ισχυρισθείς ότι ο Βοδάρ κι όλοι οι άλλοι

μεταμορφώθηκαν σε ό,τι μεταμορφώθηκαν μόνο και μόνο για να ενοχλήσουν

εσένα… Μην ξεγελιέσαι, αγαπητέ μου, σε είχαν γραμμένο στα παλιά τους τα

παπούτσια… ποτέ δεν θα ‘μπαιναν σε τέτοιον κόπο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι αλήθεια… Όσα μου λες είναι απολύτως λογικά και αυτή η

άποψη με καθησυχάζει… αλλά μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο… και να’ναι

κάτι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο νομίζουμε… (Ακούγονται ρινόκεροι που

καλπάζουν κάτω από παράθυρο του βάθους) Ακούς τι γίνεται, τους ακούς;

(Τρέχει στο παράθυρο)

Frankel / Violin Concerto In Memory of The Six Million – second movement, «Allegro assai, alla burla»

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν τους παρατάς, το κέφι τους κάνουνε. (Ο Μπερανζέ ξανακλείνει

το παράθυρο) Γιατί σ’ ενοχλούνε τόσο πολύ; Μα την αλήθεια, κοντεύουνε να

σου γίνουν έμμονη ιδέα. Δεν κάνεις καλά. Εξαντλείς το νευρικό σου σύστημα…

Σύμφωνοι, αναστατώθηκες. Αλλά εσύ πας γυρεύοντας να πάθεις χειρότερα.

Τώρα το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να επιβληθείς στον εαυτό σου και να

συνέλθεις.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως έχω κι έχω κάποια ροπή

προς την επιδημία…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όπως και να ‘χει, δεν είναι επιδημία θανατηφόρα. Υπάρχουν

αρρώστιες που στο τέλος βγαίνουν σε καλό… Όποιος θέλει, μπορεί σίγουρα να

γιατρευτεί… Όσο γι’ αυτό, δεν χωρά αμφιβολία… Θα το δεις, κάποια στιγμή θα

τους περάσει…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, θα αφήνει κάποια ίχνη. Ο οργανισμός χάνει τελείως την

ισορροπία του. Δεν γίνεται, κάποιο κουσούρι μένει….

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αρκετά, μη χαλάς τη ζαχαρένια σου… είναι κάτι περαστικό.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί… Το πιστεύεις;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ναί, το πιστεύω… δηλαδή… το υποθέτω…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, αν κάποιος πραγματικά δεν θέλει -δεν συμφωνείς;- δεν θέλει

να την αρπάξει αυτή την αρρώστια; Γιατί, αρρώστια του νευρικού συστήματος

πρόκειται, δεν κινδυνεύει, έτσι δεν είναι; Δεν την κολλάει… Θέλεις ένα κονιάκ;

(Πλησιάζει το τραπέζι που βρίσκεται το κονιάκ)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ευχαριστώ, μη μου βάλεις, δεν θα πιω… Αλλά δεν έχει σημασία… αν

εσύ θέλεις να πιεις, κάντο, μη σε νοιάζει για μένα… μονάχα πρόσεξε… με το

κονιάκ θα σε πιάσει ακόμα χειρότερος πονοκέφαλος…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το αλκοόλ είναι φάρμακο για τις επιδημίες … είναι σαν να

μπολιάζεσαι. Το ξέρεις… το κονιάκ σκοτώνει τα μικρόβια της γρίπης…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ναι, αλλά δεν σκοτώνει τα μικρόβια της κάθε αρρώστιας… Δεν

ξέρουμε ακόμα αν έχει επίδραση στη ρινοκερίτιδα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο Ζαν, πάντως, δεν έπινε ποτέ. Καμάρωνε μάλιστα γι’ αυτό…

Τώρα θα μου πεις… ίσως αυτό να ήταν η αιτία για την κατάστασή του…

(Γεμίζει ένα ποτήρι και το προσφέρει στον

Ντιντάρ) Δεν θέλεις, στ’ αλήθεια;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι, όχι, δεν πίνω ποτέ πριν το μεσημέρι. Σ’ ευχαριστώ! (Ο

Μπερανζέ πίνει μονορούφι το κονιάκ και κρατάει στο ένα χέρι το ποτήρι και

στο άλλο το μπουκάλι. Αρχίζει να βήχει)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ορίστε, τα βλέπεις; Δεν το σηκώνει ο οργανισμός σου… σου φέρνει

βήχα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ανήσυχος: Ναι… μου φέρνει βήχα. Πώς έβηξα, μου λες;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όπως βήχει όλος ο κόσμος όταν πιει κάτι πολύ δυνατό.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, αφήνοντας ποτήρι και μπουκάλι στο τραπέζι: Δεν πρόσεξες καμιά

αλλαγή στο βήχα μου… κάτι παράξενο… ήταν ανθρώπινος βήχας, έτσι δεν

είναι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα τι θες τώρα να σου πω; Φυσικά και ήτανε ανθρώπινος βήχας.

Άνθρωπος είσαι, σαν άνθρωπος βήχεις, πώς θα ‘βηχες; Σαν βάτραχος;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ξέρω κι εγώ… Θα μπορούσε να μοιάζει και με θηρίου… Δεν μου

λες, ξέρεις αν βήχουνε οι ρινόκεροι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν είσαι στα καλά σου, Μπερανζέ, κατάντησες γελοίος! Μόνος σου

δημιουργείς προβλήματα, βασανίζεις τον εαυτό σου με παράλογα ερωτήματα.

Σου ξαναθυμίζω ότι εσύ προσδιόρισες πριν λίγο ότι ο καλύτερος τρόπος για να

προφυλαχθείς απ’ τον κίνδυνο, είναι η σιδερένια θέληση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βεβαίως, το είπα, και έτσι είναι.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ε, τότε, απόδειξε ότι έχεις θέληση.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε βεβαιώνω ότι έχω!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Να το αποδείξεις πρώτα στον εαυτό σου, αυτό είναι: κάνε την αρχή

με το κονιάκ, μην ξαναπιείς… Αυτό θα σου δώσει σιγουριά.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν θέλεις να με καταλάβεις. Στο ξαναλέω, αν πίνω, είναι μόνο

για να προφυλαχτώ από το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί.

Μάλιστα, είναι αποτέλεσμα μαθηματικού συλλογισμού! Όταν περάσει η

επιδημία, θα σταματήσω να πίνω. Πριν από τα γεγονότα, τα πρώτα

κρούσματα, είχα πάρει την απόφασή μου. Οριστική και αμετάκλητη απόφαση…

Όμως την αναβάλλω… προσωρινά!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δικαιολογίες!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μπα! Έτσι νομίζεις; Πάντως, αν πίνω, δεν έχει καμιά σχέση με τα

σημεία και τέρατα που συμβαίνουνε γύρω μας.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Σημεία και τέρατα… Έλα τώρα… Όλα είναι σχετικά.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρομοκρατημένος: Μα, σοβαρά πιστεύεις ότι… το κονιάκ μπορεί

να με σπρώξει στη μεταμόρφ… Δεν είμαι αλκοολικός! (Τρέχει και κοιτάζεται

στον καθρέφτη) Βρε μπας και… (ψάχνει με το χέρι του το μέτωπό του πάνω

από τον επίδεσμο) Τίποτα, δεν φυτρώνει τίποτα. Ούτε ίχνος από καρούμπαλο…

ούτε και με πονάει… απόδειξη ότι το κονιάκ μού κάνει καλό… ή τουλάχιστον

δεν με βλάφτει!

Haydn / Symphony No. 104, «London» – second movement, «Adagio – Allegro»

ΝΤΙΝΤΑΡ: Έλα τώρα, Μπερανζέ, σου ‘κανα πλάκα! Ήθελα να σε πειράξω…

Πρόσεξε, τα βλέπεις όλα μαύρα κι άραχλα, κινδυνεύεις να καταντήσεις

νευρασθενικός. Μόλις συνέλθεις τελείως από τη λαχτάρα που πέρασες κι από

την κατάθλιψη που σ’ έπιασε, μόλις αρχίσεις να βγαίνεις έξω και ν’ αναπνέεις

καθαρό αέρα, θα νιώσεις πολύ καλύτερα, θα το δεις… όλες οι σκοτεινές σου

σκέψεις θα εξανεμιστούν!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να βγω έξω; Ε, βέβαια, κάποια στιγμή θα πρέπει να βγω έξω…

αλλά μόνο και που το σκέφτομαι με πιάνει σύγκρυο… Ανατριχιάζω με την ιδέα

ότι μπορεί να βρεθούνε μπροστά

μου…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ε, κι ύστερα; Δεν έχεις παρά να πάρεις στροφή, ν’ αλλάξεις

πεζοδρόμιο ή και δρόμο… Κι έπειτα, δεν είναι πια και τόσοι πολλοί…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ συνεχώς ρινόκερους βλέπω. Τώρα, θα μου πεις, αυτό

κατάντησε αρρωστημένη κατάσταση, αλλά…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να σου ορμήσουνε. Αν δεν τους

πειράξεις, ούτε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν… Κατά βάθος, δεν είναι μοχθηροί…

Θα ‘λεγα μάλιστα ότι διαθέτουν μια φυσική αθωότητα… Ναι, ναι είναι μάλλον

αγαθιάρηδες. Για να ‘ρθω στο σπίτι σου, εγώ κατηφόρισα τη λεωφόρο. Όπως

βλέπεις, είμαι σώος και αβλαβής, δεν μ’ ενόχλησαν καθόλου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ, και μόνο που τους βλέπω γίνομαι αληθινό κουρέλι. Ίσως να

είναι νευρικό. Όχι ότι θυμώνω, αυτό όχι, δεν πρέπει να θυμώνει κανείς… όταν

θυμώνεις δεν ξέρεις πού μπορεί να φτάσεις… γι’ αυτό έχω μάθει να

συγκρατούμαι. Αλλά νιώθω κάτι σαν σιδερένιο χέρι (δείχνει την καρδιά του)…

να μου σφίγγει την καρδιά!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μέχρι κάποιο σημείο έχεις δίκιο. Σε αναστατώσανε! Αλλά, το

παρακάνεις νομίζω… Το λάθος είναι, ότι σου λείπει το χιούμορ, μάλιστα, αυτό

είναι, δεν έχεις χιούμορ. Πρέπει να παίρνεις τα πράγματα λίγο πιο ανέμελα,

χωρίς να τους δίνεις και τόση σημασία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Νιώθω υπευθυνότητα για ό,τι συμβαίνει… δένομαι… συμμετέχω,

δεν μπορώ να είμαι αδιάφορος.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μην κρίνεις ποτέ τους άλλους αν δεν θέλεις να σε κρίνουνε. Και

στο κάτω κάτω της γραφής, αν καθόμαστε να χολοσκάμε με όλα αυτά που

συμβαίνουν γύρω μας, θα ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε να ζούμε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αν αυτή η θεομηνία συνέβαινε κάπου αλλού, σ’ άλλη χώρα, και το

μαθαίναμε απ’ τις εφημερίδες, αν το βλέπαμε αναπαυτικά καθισμένοι στα

καναπεδάκια, στην τηλεόραση, θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε το

πρόβλημα ωραία, ωραία και με την ησυχία μας! Να αναλύσουμε το θέμα από

κάθε πλευρά και να βγάλουμε ανεπηρέαστα και αντικειμενικά συμπεράσματα.

Θα προγραμματίζαμε ακαδημαϊκές συζητήσεις, θα καλούσαμε μελετητές,

συγγραφείς, νομομαθείς, γυναίκες, επιστήμονες, μέχρι και καλλιτέχνες. Θα

φωνάζαμε ακόμα και απλοϊκούς καθημερινούς ανθρώπους. Θα είχε τρομερό

ενδιαφέρον. Θα ήτανε εποικοδομητικό, συναρπαστικό… Αλλά, όταν βρεθείς ο

ίδιος παγιδευμένος, όταν βρεθείς, ξαφνικά, αντιμέτωπος με τη σκληρή

πραγματικότητα μιας παρόμοιας κατάστασης, δεν γίνεται να παραμείνεις

αδιάφορος… να λες ότι δεν σε αφορά… να μένεις ψύχραιμος. Όταν, ξαφνικά,

όλη σου η ζωή γυρίζει το πάνω κάτω… Εγώ αιφνιδιάστηκα… μάλιστα, αυτό

είναι, αιφνιδιάστηκα, αιφνιδιάστηκα! Και ακόμα δεν μπορώ να συνέλθω…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι εγώ το ίδιο. Κι εγώ αιφνιδιάστηκα ή, πιο σωστά, στην αρχή. Αλλά

μου πέρασε κι άρχισα κιόλας να το συνηθίζω!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ίσως το νευρικό σου σύστημα είναι πιο γερό από το δικό μου… να

‘σαι πιο ισορροπημένος… Τι θέλεις τώρα να σον πω, μπράβο; Αλλά, δεν το

βλέπεις ότι πρόκειται για μια αναπάντεχη καταστροφή;

ΝΤΙΝΤΑΡ, τον διακόπτει: Δεν λέω, βέβαια, ότι πρόκειται για αναπάντεχη

ευτυχία, ούτε και θέλω να σκεφτείς ότι συμπαθώ ιδιαίτερα τους ρινόκερους…

αλλά… (Ακούγεται και πάλι καινούργιο ποδοβολητό, που αυτή τη ψορά περνάει

κάτω από το παράθυρο που βρίσκεται μπροστά στη σκηνή)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τινάζεται: Νάτοι πάλι… Αυτοί είναι… νάτοι πάλι. Α, όχι.. .όχι… με

κανέναν τρόπο. Εγώ, είναι αδύνατο να τους συνηθίσω… Δεν λέω, μπορεί να

έχω άδικο. Δεν το θέλω, αλλά με βασανίζουνε, με τυραννάνε, τόσο, που είναι

αδύνατο να κλείσω μάτι… Έχω φοβερές αϋπνίες, λαγοκοιμάμαι λίγο μόνο την

ημέρα, όταν πέφτω κάτω από κούραση.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Να πάρεις χαπάκια για τον ύπνο…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό δεν είναι λύση… Όταν κοιμάμαι είναι ακόμα χειρότερα. Με

απειλούν στα όνειρά μου. Βλέπω τρομαχτικούς εφιάλτες.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Παίρνεις τα πάντα κατάκαρδα και να το αποτέλεσμα. Έλα,

ομολόγησέ το… σ’ αρέσει να βασανίζεσαι…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι, στ’ ορκίζομαι, ποτέ μου δεν υπήρξα μαζοχιστής!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ε, τότε, χώνεψέ το, πάρτο απόφαση και θα το ξεπεράσεις… Αφού

ήρθαν έτσι τα πράγματα, σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να έρθουν διαφορετικά.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό λέγεται μοιρολατρία.

Holst / The Planets, Op. 32 – «Mercury, The Winged Messenger»

ΝΤΙΝΤΑΡ: Λάθος μεγάλο. Λέγεται σοφία! Όταν εμφανίζεται ένα παρόμοιο

φαινόμενο… αυτό σημαίνει οτι κάποια αιτία το δημιουργεί. Κι αυτή την αιτία

πρέπει να ερευνήσουμε.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως σηκώνεται απότομα: Ε, εγώ λοιπόν, αρνούμαι να ερευνήσω!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Και τι μπορείς να κάνεις; Δηλαδή, πώς θα το αντιμετωπίσεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν το ξέρω για την ώρα. Θα σκεφτώ. Θα στείλω γράμματα στις

εφημερίδες, Θα πετάξω προκηρύξεις διαμαρτυρίας… Θα γυρέψω να δω τον

Δήμαρχο κι αν είναι απασχολημένος, θα δω τους συμβουλάτορές του!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Άσε την εξουσία ν’ αντιδράσει μόνη της. Στο κάτω κάτω,

αναρωτιέμαι αν έχεις το δικαίωμα να μπερδεύεσαι ηθικά σ’ αυτή την ιστορία.

Στο ξαναλέω, εγώ συνεχίζω να πιστεύω ότι είναι σχεδόν ανάξιο λόγου. Κατά

τη γνώμη μου, είναι τελείως παράλογο να σε πιάνει τόσο μεγάλος πανικός,

επειδή μερικά ανθρωπάκια θελήσανε ν’ αλλάξουνε πετσί. Ίσως και να μην

ένιωθε πια ευχάριστα μέσα στο δικό τους. Είναι ελεύθεροι λοιπόν να κάνουν το

κέφι τους! Δικός τους λογαριασμός!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το κακό πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα του.

 

 

<object width=»480″ height=»385″><param name=»movie» value=»http://www.youtube.com/v/tDcNaF5mquQ?fs=1&amp;hl=en_US&amp;rel=0″></param><param name=»allowFullScreen» value=»true»></param><param name=»allowscriptaccess» value=»always»></param></object>

 

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Το κακό, το κακό! Λόγια του αέρα! Ποιος ξέρει βρίσκεται το κακό

και πού βρίσκεται το καλό. Φυσικά, έχουμε κάποιες προτιμήσεις… αλλά, εσύ,

για το μόνο που τρέμεις είναι ο εαυτούλης σου. Αυτή είναι η αλήθεια. Όσο για

να γίνεις ρινόκερος, μη το φοβάσαι, δεν θα γίνεις ποτέ, και να μου τρυπήσεις

τη μύτη αν πέφτω έξω… Δεν έχεις την κλίση, το ταλέντο λένε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι ωραίος που είσαι… πάρ’ τον στο γάμο σου να σου πει και του

χρόνου… Αν οι ευθύνοντες και οι συμπολίτες μας σκεφτόντουσαν σαν και σένα,

ζήτω που καήκαμε, ποτέ δεν θ’ αποφάσιζαν ν’ αντιδράσουν.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν φαντάζομαι, πάντως, να σκέφτεσαι να ζητήσείς βοήθεια από το

εξωτερικό; Είναι εσωτερική μας υπόθεση και θα ‘ταν εθνικό λάθος ν’

ανακατέψουμε ξένους!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ πιστεύω στη διεθνή αλληλεγγύη…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Λοιπόν, είσαι αδιόρθωτος Δον Κιχώτης! Δεν το λέω αυτό με κακία

κι ούτε γυρεύω να σε θίξω… Στο λέω για το καλό σου και το ξέρεις! Γιατί,

διάβολε, πρέπει πάση θυσία… να ηρεμήσεις.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρω, το ξέρω και σου ζητώ συγγνώμη, αλλά έχω τόσο

μεγάλη αγωνία. Θα κοιτάξω να συμμορφωθώ… Ακόμα, συγχώρα με αν σε

απασχολώ κι αν σε βάζω ν’ ακούς τις ανόητες ασυναρτησίες μου… Χωρίς

άλλο, θα ‘χεις δουλειά. Πήρατε την αίτησή μου για άδεια λόγω ασθενείας;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μη σε απασχολεί… τακτοποιήθηκαν όλα… Εξάλλου, δεν ξανάρχισε η

δουλειά στο γραφείο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ακόμα δεν φτιάξανε τη σκάλα; Μα τι κάθονται και περιμένουν; Γι’

αυτό πάμε από το κακό στο χειρότερο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τώρα άρχισαν να την επιδιορθώνουν… αλλά, δυστυχώς, με πολύ

αργό ρυθμό… Είναι τόσο δύσκολο να βρεις εργάτες στις μέρες μας. Έρχονται,

τα συμφωνούμε… δουλεύουνε μια-δυο ώρες κι ύστερα τα παρατάνε και μην

τους είδατε, μην τους απαντήσατε. Γίνονται καπνός! Και φτου κι απ’ την αρχή

να ψάχνουμε καινούργιους εργάτες!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι ύστερα, διαμαρτύρονται ότι υπάρχει ανεργία! Τουλάχιστον,

ελπίζω να μας φτιάξουνε τσιμεντένια σκάλα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι, τη φτιάχνουν πάλι από ξύλο… αλλά ξύλο πρώτης ποιότητας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κατάλαβα, πάλι μπλεξίματα με τη ρουτίνα της διαχείρισης!

Πετάνε τα εκατομμύρια δεξιά κι αριστερά… κι όταν πρόκειται για μια

απαραίτητη δαπάνη, τα ψιλοκοσκινίζουν και ισχυρίζονται πως δεν διαθέτουν

τα απαιτούμενα κονδύλια… Δεν θα είναι και τόσο ευχαριστημένος ο κύριος

Παπιγιόν. Πάντα ονειρευότανε μια τσιμεντένια σκάλα… Τι λέει τώρα;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν λέει τίποτα. Υπέβαλε την παραίτησή του. Δεν στο’πα; Δεν

έχουμε πια προϊστάμενο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σοβαρά;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, παιδάκια είμαστε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Μήπως παραιτήθηκε για την

ξύλινη σκάλα;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αμπά… δεν νομίζω… Πάντως, δεν ανέφερε στην παραίτησή του

αυτό το λόγο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τότε, ποια μύγα τον τσίμπησε ξαφνικά;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είπε ότι ήθελε να ζήσει τα τελευταία του χρόνια στην εξοχή!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, πήρε σύνταξη; Αφού δεν συμπλήρωσε το όριο ηλικίας, κι

έπειτα, πάντα ονειρευότανε να πάρει πρώτα το βαθμό, του διευθυντή.

 

Schumann / Piano Sonata No. 1, Op. 11 – third movement, «Scherzo e Intermezzo: Allegrissimo – Lento. Alla burla, ma pomposo – Tempo 1»

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν τον ενδιέφερε πια κανένας βαθμός. Είπε ότι ένιωσε την ανάγκη

να ξεκουραστεί.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Φαντάζομαι πόσο θα ενοχλήθηκαν στη γενική διεύθυνση. Ήταν,

βλέπεις, το δεξί τους χέρι! Πού θα βρούνε τώρα άλλον να τον

αντικαταστήσουν… Μα τι λέω, για σένα χαράς ευαγγέλια, με τόσα διπλώματα

που διαθέτεις, άνοιξε η τύχη σου…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ε, λοιπόν, δεν μπορώ να στο κρύψω άλλο, θα στο φανερώσω,

άλλωστε το βρίσκω τόσο διασκεδαστικό. Απλούστατα. έγινε ρινόκερος!

Ανέκδοτο, ε; (Μακρινός θόρυβος από ρινόκερους που περνάνε)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ρινόκερος; Ο κύριος Παπιγιόν ρινόκερος; Α! Άλλο και τούτο

πάλι… Ποιος το περίμενε… ποιος το περίμενε. Και βρίσκεις ανέκδοτο; Εγώ το

βρίσκω τραγικό… Και γιατί άργησες τόσο να μου το πεις;

 

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τα βλέπεις; Το χιούμορ σού λείπει παντελώς… Δίσταζα να σου το

πω γιατί, όπως σε ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα, περίμενα ότι δεν θα το έβρισκες

αστείο! Θα ήτανε για σένα ένα καινούργιο χτύπημα… Με την ευαισθησία που

σε δέρνει…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό: Αυτό πια, ξεπερνάει

κάθε όριο… κάθε όριο… ο κύριος Παπιγιόν… Κι είχε μια τόσο αξιοζήλευτη

θέση…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ένας λόγος παραπάνω για να δεχτούμε ότι, ίσως, πάντα

ονειρευότανε να μεταμορφωθεί!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι! Δεν πήγε γυρεύοντας, αποκλείεται! Είμαι σίγουρος ότι εδώ

έχουμε να κάνουμε με μια μεταμόρφωση εξαναγκασμού!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όσο γι’ αυτό, ποιος το ξέρει! Είναι σχεδόν ουτοπία να ζητάμε να

μάθουμε τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων. Γιατί παίρνουν τη μια ή την

άλλη απόφαση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαράς την απόφαση! Με την αλλαγή του δείχνει ότι κάτι μέσα

του δεν πήγαινε καλά… Θα είχε κρυφά συμπλέγματα στο υποσυνείδητο! Θα

‘πρεπε να κάνει ψυχανάλυση!

ΝΓΙΝΤΑΡ: Ακόμα κι αν πρόκειται για αλλαγή, είναι αρκετά αποκαλυπτική.

Όπως βλέπεις, ο καθένας μας βρίσκει τη λύτρωση όπου μπορεί…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Παρασύρθηκε. Γι’ αυτό είμαι βέβαιος!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να το πάθει οποιοσδήποτε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρομοκρατημένος: Οποιοσδήποτε; Α, όχι, όχι, παρακαλώ. Εσύ

αποκλείεται, έτσι δεν είναι; Αποκλείεται! Το ίδιο κι εγώ…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Το ελπίζω!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Επαναστατεί όλη μας η ύπαρξη… έτσι δεν είναι;… Σε ρωτάω,

έτσι δεν είναι; Γιατί δεν απαντάς; Έτσι δεν είναι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, βέβαια, βέβαια…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ησυχάζει λίγο: Που να πάρει… Πίστευα ότι ο κύριος Παπιγιόν θα

είχε τη δύναμη ν’ αντισταθεί λίγο περισσότερο! Πίστευα ότι είχε πιο σταθερό

χαρακτήρα. Κι έπειτα, δεν βλέπω ποιο συμφέρον τον έσπρωξε… ποιο υλικό ή

ηθικό συμφέρον.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν το’κανε από κανένα συμφέρο… Αυτό είναι ολοφάνερο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σίγουρα… Αλλά αυτό ελαφρώνει ή επιβαρύνει την απόφασή του;

Μάλλον την επιβαρύνει… γιατί, αν διάλεξε αυτό το δρόμο μόνο γιατί του ‘κανε

κέφι, τότε… είμαι βέβαιος ότι και ο κύριος Μποτάρ θα πρέπει να έκρινε τη

συμπεριφορά του Παπιγιόν με μεγάλη αυστηρότητα. Αυτός τι είπε; Πώς έκρινε

τον προϊστάμενό του;

 

Beethoven / Piano Sonata, Op. 27 No. 2, «Moonlight» – first movement, «Adagio sostenuto»

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ο καημένος ο κύριος Μποτάρ, το πήρε σαν προσωπική προσβολή!

Αγανάκτησε! Σπάνια έχω δει άνθρωπο τόσο εξαγριωμένο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτή τη φορά, τι τα θέλεις, τον δικαιολογώ απόλυτα… Βέβαια!

Αποδεικνύεται τελικά οτι ο Μποτάρ είναι σημαντικός άνθρωπος. Άνθρωπος με

μυαλό! Κι εγώ, που συχνά τον έκρινα τόσο άσχημα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο έκρινε εσένα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ορίστε, το βλέπεις πόσο είμαι αντικειμενικός στο φαινόμενο που

έκανε τελευταία τη ζωή μας πατίνι; Και μην ξεχνάς, ότι ούτε εσύ εκτιμούσες

ιδιαίτερα τον Μποτάρ!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν είναι αλήθεια ότι δεν τον εκτιμούσα ιδιαίτερα. Όχι!

Απλούστατα, συχνά διαφωνούσα με όσα έλεγε. Ο σκεπτικισμός, η δυσπιστία

του, ότι απέρριπτε κάθε Θρησκεία, όλες αυτές οι θεωρίες συχνά με

δυσαρεστούσαν. Οφείλω να ομολογήσω ότι και αυτή τη φορά δεν ενέκρινα

απόλυτα την αναστάτωσή του!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν την ενέκρινες, γιατί; Μόνο για να του πας κόντρα;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι ακριβώς. Η σκέψη μου, η κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση,

πώς να το κάνουμε, είχαν πολύ περισσότερες αποχρώσεις, που εσύ με τίποτα

δεν θα μπορούσες να τις πιστέψεις. Κι αυτό, γιατί, στην πραγματικότητα, ο

Μποτάρ, δεν είχε ποτέ του θετικά, αντικειμενικά επιχειρήματα. Στο ξαναλέω,

δεν σημαίνει ότι επιδοκιμάζω όσους μεταμορφώθηκαν σε ρινόκερους, κάθε

άλλο. Ούτε για μια στιγμή μη σου περάσει απ’ το μυαλό! Μονάχα να… η στάση

του Μποτάρ ήταν πάντα τόσο παθιασμένη, τόσο έξαλλη, που εύκολα

καταλάβαινες το υπόστρωμα. Όσο κι αν το ‘κρυβε, είμαι σίγουρος, του έβγαινε

το μίσος που ένιωθε για τους ανώτερούς του! Πολύ απλό λοιπόν! Σύμπλεγμα

κατωτερότητας και μνησικακίας. Ύστερα, μιλούσε συνεχώς με κλισέ!

Αντέγραφε, παπαγάλιζε τους άλλους. Κάτι τέτοιοι άνθρωποι δεν μ’ αγγίζουν

στο ελάχιστο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ πάντως, αυτή τη φορά, χωρίς να σου κακοφανεί, συμφωνώ

απόλυτα με τον Μποτάρ. Μπράβο στον Μποτάρ. Απόδειξε ότι είναι σπουδαίος

άνθρωπος! Και πολύ σπουδαίος μάλιστα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν το αρνούμαι… αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μάλιστα, αγαπητέ μου, και πολύ σπουδαίος άνθρωπος ο Μποτάρ.

Σήμερα, δεν βρίσκεις εύκολα τέτοιους ανθρώπους. Ανθρώπους που να μην

πετάνε στα σύννεφα! Ένας σπουδαίος άνθρωπος που πατούσε στη γη με τα

τέσσερα! Συγχώρα με, τα δυο του πόδια θέλω να πω… Είμαι πανευτυχής που

νιώθω απόλυτα σύμφωνος μαζί του. Μόλις τον δω, θα τον συγχαρώ ολόψυχα!

Όσο για τον κύριο Παπιγιόν, αυτόν, τον καταδικάζω ολόψυχα! Είχε καθήκον να

μην υποκύψει!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τι αδιάλλακτος που είσαι! Ίσως ο κύριος Παπιγιόν να ένιωσε μια

βαθύτερη ανάγκη να ξεδώσει λίγο, ύστερα από τόσα χρόνια καθιστικής ζωής!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ειρωνικά: Κι εσύ διαθέτεις βαθύτερη ανάγκη για υπερβολική

ευρύτητα πνεύματος!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αγαπητέ μου Μπερανζέ, ο άνθρωπος πρέπει πάντα να δείχνει

κατανόηση! Και όποιος θέλει να εξηγήσει την ύπαρξη ενός φαινομένου και τις

συνέπειές του, πρέπει ν’ αναζητήσει με τη σκέψη, αντικειμενικά και τίμια, τις

αιτίες που το προκάλεσαν. Έχουμε υποχρέωση να προσπαθήσουμε, γιατί

είμαστε όντα που διαθέτουν μυαλό! Άνθρωποι που σκέφτονται! Στο ξαναλέω,

κι εγώ δεν τα κατάφερα, και δεν ξέρω αν στο τέλος θα τα καταφέρω. Αλλά,

όπως και να ‘χει, για να ξεκινήσεις θα πρέπει να είσαι ευνοϊκά

προκατειλημμένος, κι αν όχι, τουλάχιστον, να είσαι αντικειμενικά ουδέτερος.

Να διαθέτεις ανοιχτό πνεύμα! Χαρακτηριστιχό επιστημονικής νοοτροπίας!

Όλα εξηγούνται με τη λογική. Και όταν έχεις κατανόηση, πάντα βρίσκεις

δικαιολογίες.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε βλέπω πολύ σύντομα να συνοδοιπορείς με τους ρινόκερους!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα τι είναι αυτά που λες… Ποτέ δεν θα φτάσω μέχρι εκεί.

Απλούστατα, είμαι από τους ανθρώπους που θέλουν να βλέπουν την αλήθεια

κατάματα και ψύχραιμα… Δεν μ’ αρέσουν όσοι κρύβονται πίσω από το δάχτυλό

τους. Θέλω να είμαι ρεαλιστής… Κι ακόμα, πιστεύω ότι στη φύση δεν υπάρχει

αληθινή διαστροφή… Αλίμονο σε χείνον που βλέπει παντού κακό κι ανωμαλία…

Μου θυμίζει ιερά εξέταση.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με λίγα λόγια, ό,τι συμβαίνει το βρίσκεις φυσικό;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τι πιο φυσικό από ένα ρινόκερο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, αλλά ένας άνθρωπος που γίνεται ρινόκερος, ασυζητητί,

είναι κάτι το αφύσικο…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ω! Ασυζητητί! Ας μην υπερβάλλουμε κιόλας…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Υπερβάλλουμε; Μα, γι’ αυτό δεν χωράει συζήτηση… είναι

αφύσικο… Εντελώς αφύσικο!

 

Monteverdi / Orfeo – Act 2, «Tu se’ morta» …Sinfonia

 

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μ’ αρέσει, ξέρεις, η σιγουριά σου… Μπορείς να μου πεις πού

σταματάει αυτό που λέμε φυσικό και πού αρχίζει το αφύσικο; Μπορείς να

προσδιορίσεις τις έννοιες φυσικό και αφύσικο… Η φιλοσοφία, ακόμα και η

ιατρική, δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να λύσουν το πρόβλημα… ούτε και

κανένας άλλος. Γι’ αυτό το θέμα, τουλάχιστον; Θα’πρεπε να’σαι πλήρως

πληροφορημένος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ίσως να μην μπορούμε να αγνοήσουμε φιλοσοφικώς το πρόβλημα,

αλλά, πρακτικώς, είναι παιγνιδάκι. Πρακτικώς, είναι φανερό ότι ρινοκερίτιδα

δεν υπάρχει, κι όμως οι ρινόκεροι αυξάνουν, πληθαίνουν, προχωρούν και

προχωρούν και προχωρούν… (Αρχίζει να περπατάει από τη μια άκρη του

δωματίου μέχρι την άλλη) Προχωρούν αυτοί… Προχωράμε και μεις και σε μια

στιγμή αναφωνούμε όπως ο Γαλιλαίος: «Κι όμως κινείται».

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τα ‘χεις κάνει ρώσικη σαλάτα στο κεφάλι σου. Διάβολε, μην τα

μπερδεύεις…. Στην περίπτωση του Γαλιλαίου συνέβαινε το αντίθετο. Η

Θεωρητική επιστημονική σκέψη είχε δίκιο ενάντια στο κοινόν νου και στο

δογματισμό!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, λίγο χαμένος: Μα, τι παραμυθάκια αραδιάζεις! Κοινός νους,

δογματισμός, πράσινα άλογα… Λόγια και πάλι λόγια… Ίσως να τ’ ανακατεύω

λιγάκι στο κεφάλι μου… αλλά εσύ τα έχεις ολωσδιόλου χαμένα … Δεν

διαχωρίζεις καν το φυσικό από το αφύσικο… Όσο για τον Γαλιλαίο… πολύ που

σκοτίστηκα, ξέρεις πού τον έχω γραμμένο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Εσύ τον ανέφερες πρώτος, αγαπητέ μου. Εσύ τοποθέτησες έτσι το

πρόβλημα και ισχυρίστηκες μάλιστα, ότι η πραχτική έχει πάντοτε την

τελευταία λέξη. Και ίσως να την έχει… αλλά μόνον όταν πηγάζει από τη

θεωρία. Η ιστορία της επιστήμης και της σκέψης το αποδεικνύει περίτρανα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όλο και πιο εκτός εαυτού: Δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα, όλα

αυτά είναι μια τρύπα στο νερό… αλαμπουρνέζικα, παραλογισμοί,

παλαβομάρες!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα μπορούσες να μου προσδιορίσεις τι είναι παλαβομάρα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Παλαβομάρα είναι η τρέλα. Να! Και η τρέλα είναι νέτα σκέτα η…

λόξα! Σε κουβέντα να βρισκόμαστε; Τι είναι λόξα το ξέρει πια και η γάτα μου!

Για λέγε μου τώρα, οι ρινόκεροι πού ανήκουν, στη θεωρία ή στην πράξη;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Και στο ένα και στο άλλο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πώς γίνεται και στο ένα και στο άλλο;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Και στο ένα και στο άλλο… Το θέμα σηκώνει συζήτηση.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε, λοιπόν, όχι. Εγώ αρνούμαι να σκεφτώ και να συζητήσω άλλο.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα γιατί, στα καλά καθούμενα, αφρίζεις; Αν διαφωνούμε σε κάτι,

μπορούμε να το συζητήσούμε ήρεμα και πολιτισμένα. Οι άνθρώποι πρέπει

πάντοτε να συζητάνε τα προβλήματα πολιτισμένα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρομοκρατημένος: Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι αφρίζω; Μηπως

παραφέρομαι κι εγώ σαν τον… Α! Όχι… όχι… δεν θέλω να καταντήσω σαν τον

Ζαν… να λείπει το βύσσινο… (Ηρεμεί κάπως) Εγώ δεν ξέρω και πολλά από

φιλοσοφία… Δεν έκανα ιδιαίτερες σπουδές… εσύ… εσύ έχεις μαζέψει

διπλώματα και διπλώματα. Γι’ αυτό είσαι σε θέση να συζητάς με τόση άνεση.

Εγώ δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, με στριμώχνεις άσχημα και τα χάνω… (Ο

θορυβος που κανουν οι ρινόκεροι, που περνάνε πρώτα κάτω από το παράθυρο

του βάθους και ύστερα κάτω από το παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο,

όλο και δυναμώνει) Αλλά, είναι κάτι που το νιώθω, εδώ, μέσα μου… Έχεις

άδικο. Είναι κάτι που το αισθάνομαι από ένστικτο, όχι, γράψε λάθος. Ένστικτο

διαθέτουν και οι ρινόκεροι… Το αισθάνομαι από διαίσθηση, αυτή είναι η λέξη,

τη βρήκα, από διαίσθηση.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Όταν λες διαίσθηση, τι εννοείς;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Διαίσθηση θα πει ότι… έτσι, να… το διαισθάνομαι, βρε παιδάκι

μου, το νιώθω, να, τώρα ας πούμε, όταν δείχνεις υπερβολική ανεκτικότητα,

μεγαλόκαρδη κατανόηση… Στην πραγματικότητα, πίστεψέ με, φανερώνεις

αδυναμία… ή, πιο σωστά, εθελοτυφλείς!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο, είσαι πολύ αφελής!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αφελής; Από δω το πας, από χει το φέρνεις, στο τέλος πάντα με

αποστομώνεις. Λοιπόν, θα προσπαθήσω να βρω το φίλο μου τον

Σοφολογιότατο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ποιο Σοφολογιότατο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τον Σοφολογιότατο. Ένα φιλόσοφο, έναν ορθολογιστή, τι

νόμισες; Ξέρεις καλύτερα από μένα τι θα πει ορθολογιστής. Θα βρω, λοιπόν,

το φίλο μου τον Σοφολογιότατο, αυτόν που μας εξήγησε ότι…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τι σας εξήγησε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μας εξήγησε ότι οι ρινόκεροι της Ασίας είναι από την Αφρική και

οι ρινόκεροι της Αφρικής είναι από την Ασία.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Λίγο ακαταλαβίστικο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι… όχι, λάθος. Το αντίθετο απέδειξε. Της Αφρικής, είναι από

την Ασία και της Ασίας, είναι…. Μα τι αρλούμπες λέω… αλλιώς τα

τεκμηρίωσε. Τελοσπάντων, εγώ θα τον βρω και βγάλ’ τα πέρα εσύ μαζί του.

Wagner / Tristan and Isolde – Act 2, «O sink hernieder, Nacht der Liebe»

 

Έχει, ξέρεις, το δικό σου στιλ… Πολύ κύριος, διανοούμενος, πανέξυπνος,

πολυμαθέστατος… (Ο θόρυβος που χάνουν οι ρινόκεροι όλο και δυναμώνει. Τα

λόγια του Μπερανζέ και του Ντιντάρ πνίγονται μέσα στους βρυχηθμούς των

θηρίων, που τώρα περνάνε κάτω και από τα δύο παράθυρα. Για λίγες στιγμές

βλέπουμε τον Ντιντάρ και τον Μπερανζέ να κουνάνε τα χείλια τους αλλά δεν

ακούμε απολύτως τίποτα)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βρε, καλώς τους, μου ξανάρθανε! Α! Μα δεν κουράζονται οι

καταραμένοι συνεχώς να κόβουνε βόλτες; (Τρέχει στο παράθυρο του βάθους)

Φτάνει πια. Βγάλτε το σκασμό, παχύδερμα, ε, παχύδερμα! (Οι ρινόκεροι

ξαναφεύγουνε και ο Μπερανζέ τους δείχνει τη γροθιά του)

ΝΤΙΝΤΑΡ, καθιστός: Λοιπόν, πολύ θα ‘θελα, να γνωρίσω τον Σοφολογιότατό

σου! Αν είχε την ευγένεια να μου ξεκαθαρίσει αυτό τόσο δύσκολα σημεία…

δύσκολα και αρκετά σκοτεινά… αχ την πίστη μου, θα το δεχόμουν με μεγάλη

χαρά…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, τρέχοντας στο παράθυρο: Καλά, καλά, θα κοιτάξω να στον φέρω,

να στα ξεκαθαρίσει. Ε, θα δεις και μόνος σου, πρόκειται για διακεκριμένη

προσωπικότητα. (Στο παράθυρο, προς τους ρινόκερους) Παχύδερμα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα τι σε πειράζει αν κόβουνε βόλτες; Δεν μπορείς να ‘σαι λίγο πιο

ευγενικός. Δεν μιλάνε τόσο χυδαία σε πλάσματα σαν και…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, πάντα στο παράθυρο: Νάτοι πάλι οι αφορεσμένοι…. νάτοι… (Στο

παράθυρο μπροστά, βλέπουμε να κινείται ένα ψαθάκι περασμένο στο κέρατο

ενός ρινόκερου και να χάνεται πολύ γρήγορα δεξιά)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό πάλι… Κοίτα πράγματα… ένα ψαθάκι καρφωμένο στο

κέρατο ενός ρινόκερου! Τι άλλο ακόμα θα δούνε τα μάτια μας! Ψαθάκι;

Χριστός κι Απόστολος, αυτό είναι ψαθάκι του Σοφολογιότατου… Το ψαθάκι του

Σοφολογιότατο. Τόμπολα! Τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Ο Σοφολογιότατος

έγινε ρινόκερος… Σκατά κι απόσκατα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτός δεν είναι λόγος για να γίνεσαι χυδαίος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε ποιον μπορείς τώρα πια να ‘χεις εμπιστοσύνη; Ω, Θεέ μου… Να

εμπιστευτείς ποιον; Ο Σοφολογιότατος, ρινόκερος!

ΝΤΙΝΤΑΡ, προχωρώντας προς το παράθυρο: Πού είναι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, δείχνοντας με το δάχτυλο: Να, αυτός εκεί… Τον βλέπεις;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι ο μοναδικός ρινόκερος που φοράει ψαθάκι… Καταπληκτικό!

Σίγουρα είναι ο Σοφολογιότατός σου;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ρινόκερος ο Σοφολογιότατος!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πάντως, όπως βλέπεις, διατήρησε μιαν ανάμνηση της παλιάς του

προσωπικότητας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, δείχνοντας πάλι τη γροθιά του προς τη μεριά του ρινόκερου με

το ψαθάκι, που τώρα έχει εξαφανιστεί: Όχι, εμένα δεν θα με καταφέρετε. Εγώ

δεν θα γίνω σαν και σας!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αν, όπως μου λες, ήταν ένας αυθεντικός διανοούμενος

ορθολογιστής, θα ήταν αδύνατον να αφεθεί να τον παρασύρει το ρεύμα. Θα

πρέπει να ζύγισε πολύ προσεχτικά τα υπέρ και τα κατά, πριν να κάνει την

εκλογή του!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, φωνάζει από το παράθυρο πάντα, προς τη μεριά του πρώην

Σοφολογιότατου και των άλλων ρινόκερων που τώρα έχουν απομακρυνθεί:

Όχι… εγώ δεν θα σας κάνω το χατήρι! Δεν θα με καταφέρετε! Δεν θα γίνω σαν

και σας!

ΝΤΙΝΤΑΡ, όπως κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα: Η περίπτωση, πάντως,

σηκώνει μεγάλη συζήτηση. (Ο Μπερανζέ κλείνει το παράθυρο, που είναι στο

προσκήνιο, και πηγαίνει στο παράθυρο του βάθους από όπου περνάνε κε άλλοι

ρινόκεροι. Είναι ολοφάνερο ότι χάνουν το γύρω του σπιτιού. Ανοίγει το

παράθυρο και φωνάζει) Τ’ ακούτε; Όχι. Εγώ δεν θα γίνω σαν και σας!

ΝΤΙΝΤΑΡ, μόνος του στην πολυθρόνα: Πάνε κι έρχονται γύρω από το σπίτι…

Παίζουνε! Σαν μεγάλα παιδιά. (Πριν από λίγες στιγμές έχει φανεί η Ντέζη. Τη

βλέπουμε, αριστερά, ν’ ανεβαίνει τα τελευταία σκαλοπάτια και να χτυπάει την

πόρτα του Μπερανζέ. Κρατάει στο χέρι της ένα καλάθι) Κάποιος είναι,

Μπερανζέ, σου χτυπάνε. (Τραβάει από το μανίκι τον Μπερανζέ που είναι στο

παράθυρο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, φωνάζει προς τους ρινόκερους: Αφού δεν ντρέπεστε, τι να σας

πω… εγώ… με τέτοιο μασκαριλίκι, θα ‘θελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί…

Αίσχος. Αίσχος.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Σου χτυπάνε, Μπερανζέ, κουφάθηκες;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άνοιξε εσύ, σε παρακαλώ… (Συνεχίζει να κοιτάζει προς τη μεριά

των ρινόκερων που απομακρύνονται αδιάφοροι για ό,τι άλλο συμβαίνει. Ο

Ντιντάρ προχωρεί και ανοίγει την πόρτα)

ΝΤΕΖΗ, μπαίνοντας: Καλημέρα, κύριε Ντιντάρ…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μπα, μπα, μπα.. Εσείς, δεσποινίς Ντέζη…

ΝΤΕΖΗ: Ο Μπερανζέ δεν είναι εδώ; Πάει καλύτερα;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πολύ πολύ καλημέρα σας, αγαπητή δεσποινίς, όπως βλέπω,

ερχόσαστε ταχτικά στο σπίτι του Μπερανζέ…

Stravinsky / The Rite of Spring – «Second Part: The Sacrifice», «Sacrificial Dance (The Chosen One)»

 

ΝΤΕΖΗ: Πού είναι;

ΝΤΙΝΤΑΡ, δείχνοντας με το δάχτυλο: Νάτος, εκεί είναι.

ΝΤΕΖΗ: Ο φτωχούλης! Δεν έχει κανένα στον κόσμο. Κι όπως είναι

αρρωστούλης τελευταίως, πρέπει κάποιος να τον φροντίσει μια στάλα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είσαστε μια πολύ καλή φίλη και συνάδελφος, δεσποινίς Ντέζη!

ΝΤΕΖΗ: Όσο για καλή συνάδελφος, συμφωνώ.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι έχετε χρυσή καρδιά!

ΝΤΕΖΗ: Είμαι μια καλή συνάδελφος, τίποτα παραπάνω!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, γυρίζοντας, χωρίς να κλείσει το παράθυρο: Ω! την αγαπητή μας

δεσποινίς Ντέζη… Πολύ ευγενικό να περάσετε να με δείτε… είσαστε,

πραγματικά, αξιολάτρευτο πλάσμα…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτό να λέγεται!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δυστυχώς, καινούριο κρούσμα, δεσποινίς Ντέζη, ο

Σοφολογιότατος, ο ορθολογιστής, προσεχώρησε κι αυτός στο νέο κύμα!

ΝΤΕΖΗ: Το ξέρω… Τον είδα πριν λίγο, όπως ερχόμουνα, στη λεωφόρο! Έτρεχε

με μεγάλη ζωτικότητα για άνθρωπο που έχει τα χρονάκια του… Αλλά εσείς

πώς είστε; Είσαστε καλύτερα, κύριε Μπερανζέ;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη: Το κεφάλι μου… πάντα το κεφάλι μου… Τρομαχτικός

πονοκέφαλος… αλλά είναι φυσικό. Κατάντησαν θρίλερ, όλα αυτά που

συμβαίνουν γύρω μας… Τι λέτε και σεις;

ΝΤΕΖΗ: Εγώ λέω… ότι πρέπει να ξεκουραστείτε… αυτό λέω… να μείνετε στο

σπιτάκι σας λίγες μέρες, φρόνιμα φρόνιμα σαν καλό παιδάκι!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μπερανζέ και στην Ντέζη: Ελπίζω να μη σας ενοχλεί η

παρουσία μου;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη: Έτσι που λες, πάει κι ο Σοφολογιότατος! Τι

σκέφτεσαι;

ΝΤΕΖΗ, στον Ντιντάρ: Γιατί να μας ενοχλεί; Καθόλου. (Στον Μπερανζέ) Α, ναι;

πάει κι ο Σοφολογιότατος… Τι να πω… Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.

ΝΤΙΝΤΑΡ, στην Ντέζη: Ίσως εγώ… να περισσεύω… εσείς οι δυο…

ΝΤΕΖΗ, στον Μπερανζέ: Και γιατί να το σκέφτομαι;… (Στον Μπερανζέ κα στον

Ντιντάρ) Θέλετε τώρα να μάθετε και το τελευταίο συνταραχτικό νέο; Ο

Μποτάρ… Κι ο Μποτάρ έγινε ρινόκερος!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Σοβαρά;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αδύνατον… Αυτός ήταν αντίθετος με την αλλαγή… Κάποιο λάθος

θα κάνεις… Θα τον μπερδεύεις με κανέναν άλλο… Αυτός, έσχιζε τα ιμάτιά του!

Μόλις πριν από λίγο μου το ‘λεγε ο Ντιντάρ. Έτσι δεν είναι, πριν λίγο δεν

το’λεγες;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ναι… στο’λεγα…

ΝΤΕΖΗ: Το ξέρω, ήταν αντίθετος με την αλλαγή, αλλά, τι τα θέλετε, μόλις

εικοσιτέσσερις ώρες μετά τη μεταμόρφωση του κυρίου Παπιγιόν έγινε και

αυτός ρινόκερος! Τον παρέσυρε κι αυτόν το νέο κύμα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τι να γίνει… θ’ άλλαξε γνώμη… Η αλλαγή φοριέται κατά κόρον

τελευταίως το δικαίωμα της εξέλιξης ανήκει σ’ όλο τον κόσμο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα τότε… τότε, θα πρέπει όλα να τα περιμένουμε!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μπερανζέ: Πολύ σημαντικός άνθρωπος… Έτσι δεν με

βεβαίωνες πριν λίγο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη: Δυσκολεύομαι να το πιστέψω… Μήπως σου είπανε

ψέματα;

ΝΤΕΖΗ: Ψέματα; Μπροστά στα μάτια μου μεταμορφώθηκε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τότε, σας ξεγέλασε… έπαιζε θέατρο… έκανε πως

μεταμορφώθηκε, στα ψέματα…

ΝΤΕΖΗ: Εγώ, όπως τον είδα, δεν έπαιζε καθόλου θέατρο, ήταν αληθινός κι

αυθεντικότατος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σας έδωσε κάποια… λογική εξήγηση;

ΝΤΕΖΗ: Επαναλαμβάνω κατά λέξη τα λόγια του: «Πρέπει να ακολουθούμε τα

ρεύματα της εποχής» Αυτή ήταν η τελευταία του ανθρώπινη φράση!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στην Ντέζη: Ήμουν σχεδόν βέβαιος πως θα σας συναντούσα εδώ,

δεσποινίς Ντέζη!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ:.. «ν’ ακολουθούμε τα ρεύματα της εποχής»! Νοοτροπία να σου

πετύχει! Να! (Κάνει μια μεγάλη χειρονομία)

ΝΤΙΝΤΑΡ, στην Ντέζη: Από τη μέρα που έκλεισε το γραφείο, ήξερα ότι θα

ήταν αδύνατο να σας συναντήσω κάπου αλλού!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, μόνος του: Τέτοια μωροπιστία… (Ίδια χειρονομία) Πάρτα!

ΝΤΕΖΗ, στον Ντιντάρ: Αν θέλατε να με δείτε, μπορούσατε να μου

τηλεφωνήσετε.

ΝΤΙΝΤΑΡ, στην Ντέζη: Ω! Είμαι διακριτικός… δεν μ’ αρέσει να ενοχλώ,

δεσποινίς Ντέζη…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε! λοιπόν, τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν ξαφνιάζομαι καθόλου

για την επιλογή του Μποτάρ. Η σταθερότητα στα πιστεύω του ήταν τελείως

επιφανειακή. Αυτό βέβαια, δεν τον εμπόδιζε να είναι, ή πιο σωστά να υπάρξει,

σπουδαίος άνθρωπος. Οι σπουδαίοι άνθρωποι, γίνονται και σπουδαίοι

ρινόκεροι! Καθώς διαθέτουν καλή πίστη, εύκολα πιάνονται κορόιδα.

Beethoven / Symphony No. 9 in D minor, Op. 125, «Choral» – Finale, «Allegro ma non tando» (ending)

ΝΤΕΖΗ: Συγγνώμη… ν’ αφήσω το καλάθι μου στο τραπέζι… (Βάζει το καλάθι

στο τραπέζι)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, συνεχίζει:… Σπουδαίος άνθρωπος, αλλά… είχε και τις

μικροκαχίες του!

ΝΤΙΝΤΑΡ, τρέχοντας να βοηθήσει την Ντέζη ν’ ακουμπήσει το καλάθι της: Με

συγχωρείτε, και τους δύο μας δηλαδή, θα’πρεπε από ώρα να σας απαλλάξουμε

από το φορτίο σας…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, συνεχίζοντας πάντα: …Αυτός μεταμορφώθηκε από μίσος προς τα

αφεντικά. Το κατεστημένο! Μίσος προς την εξουσία!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μπερανζέ: Και πάλι λάθος συλλογισμός! Ακολούθησε κατά

γράμμα τον προϊστάμενό του. «Το ίδιο όργανο της εκμετάλλευσης», όπως

πολύ συχνά τον αποκαλούσε! Αντίθετα, πιστεύω ότι σ’ αυτόν, νίκησε, τελικά,

το πνεύμα «για το γενικό καλό του συνόλου». Αυτό νίκησε μέσα του τις

αναρχικές του παρορμήσεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αναρχικοί είναι οι ρινόκεροι! Μια μικρή μειοψηφία αναρχικών!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Για την ώρα συμφωνώ. Είναι μειοψηφία…

ΝΤΕΖΗ: Μια μειοψηφία, όμως, αρκετά σημαντική, που όλο και δυναμώνει… Ο

ξάδελφός μου έγινε ρινόκερος και σε λίγο τον ακολούθησε κι η γυναίκα του.

Ακόμα, διάβασα για έναν εκφωνητή τής ΤΙ-ΒΙ, που μεταμορφώθηκε, όπως έλεγε

το δελτίο καιρού!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ένας εκφωνητής;

ΝΤΕΖΗ: Πάνω στα βαρομετρικά χαμηλά!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Να μου το θυμηθείτε, πολύ σύντομα η μόδα θα εξαπλωθεί και σ’

άλλες χώρες.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Και να σκεφτείς ότι ο λιμός ξεκίνησε από εδώ!

ΝΤΕΖΗ: Έχουμε κι αριστοκράτές… Το Δούκα του Σαιν Σιμόν…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, σηκώνει τα χέρια του ψηλά: Ε, πάει, πήρε το ποτάμι και τους

κλασικούς!

ΝΤΕΖΗ: Και πολλούς άλλους ακόμα! Ουκ έστιν αριθμός! Λένε ότι στην πόλη,

μεταμορφώθηκε, σχεδόν το ένα τέταρτο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, για την ώρα, είμαστε πλειοψηφία. Αντί να

κουβεντιάζουμε λοιπόν, ας επωφεληθούμε να οργανωθούμε πριν μας

καταποντίσουνε!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι απίστευτα δυναμικοί… απίστευτα…

ΝΤΕΖΗ: Δεν τους παρατάμε στην ησυχία τους, λέω εγώ, και να καθήσουμε να

φάμε… Σας έφερα αρκετές νοστιμιές!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ ευγενικό από μέρους σας, δεσποινίς Ντέζη…

ΝΤΙΝΤΑΡ, κατά μέρος: Ναι, πολύ ευγενικό…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη: Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω…

ΝΤΕΖΗ, στον Ντιντάρ: Θέλετε να τσιμπήσετε κάτι μαζί μας;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν θα ‘θελα. Φοβάμαι μήπως σας ενοχλήσω.

ΝΤΕΖΗ, στον Ντιντάρ: Μα τι λέτε, κύριε Ντιντάρ… το ξέρετε ότι θα μας

δώσετε πολύ μεγάλη χαρά!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ντιντάρ: Παρακάλια θέλεις, Ντιντάρ. Αφού το ξέρεις ότι η

παρουσία σου μας είναι πάντα ευχάριστη.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ το’χω σαν αρχή να μη γίνομαι φόρτωμα ποτέ. Εξάλλου…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάλι τα ίδια… Θα σταματήσεις; Είπαμε; η παρουσία σου μας

είναι πολύ ευχάριστη!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Να… είμαι και λίγο βιαστικός… Έχω δώσει ραντεβού και…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πριν λίγο έλεγες ότι δεν βιαζόσουνα καθόλου…

ΝΤΕΖΗ, βγάζοντας τα φαγώσίμα από το καλάθι: Μου βγήκε η ψυχή, ξέρετε, να

βρω κάτι να τρώγεται… Πέσανε στα μαγαζιά σαν τις ακρίδες! Καταβροχθίζουν

τα πάντα! Πολλά κατέβασαν και τα ρολά. Άλλα, κρεμάσανε πινακίδες

«Κλειστόν λόγω ρινοκερίτιδας».

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα ‘πρεπε να τους κλείσουνε σε μεγάλες μάντρες κι εκεί να

ζούνε, κάτω από αυστηρό έλεγχο πειθαρχίας!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν το βλέπω και πολύ εφαρμόσιμο το σχέδιό σου… Πρώτη και

καλύτερη θα το απέρριπτε η εταιρία προστασίας ζώων !

ΝΤΕΖΗ: Έπειτα, ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί έχουν κάποιο στενό συγγενή, ένα

φίλο που μεταλλάχτηκε σε ρινόκερο. Αυτό μτεερδεύει ακόμα περισσότερο τα

πράγματα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όλος ο κόσμος, λοιπόν, συμμετέχει σ’ αυτή τη βρομερή ιστορία;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλώς ή κακώς, όλοι είναι συνεργοί!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα είναι ανήκουστο! Ανήκουστο! Πώς μπορούνε να γίνονται

ρινόκεροι… (Στην Ντέζη) Μήπως Θέλεις να σε βοηθήσω να ετοιμάσεις τραπέζι;

ΝΤΕΖΗ, στον Μπερανζέ: Όχι, όχι, μην κουράζεσαι, θα βρω μόνη μου ό,τι

χρειάζεται. (Πηγαίνει σ’ ένα ντουλάπι και παίρνει τα σερβίτσια)

V.Bellini – Concerto in Mibemoll

ΝΤΙΝΤΑΡ, κατά μέρος: Όπως βλέπω, ξέρει το σπίτι με κάθε λεπτομέρεια…

ΝΤΕΖΗ, στον Ντιντάρ: Λοιπόν, ετοιμάζω για τρεις. Θα μείνετε να φάμε, έτσι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα μείνεις, μην το κάνουμε τώρα ανατολικό ζήτημα. Θα μείνεις!

ΝΤΕΖΗ: Λοιπόν, όλα είναι μια συνήθεια. Τώρα, κανένας δεν τρομάζει όταν

βλέπει κοπάδια ρινόκερους να καλπάζουνε στους δρόμους. Οι άνθρωποι

παραμερίζουν, τους αφήνουν να περάσουν, κι ύστερα συνεχίζουν τον περίπατό

τους ή πάνε στις δουλειές τους, αμέριμνοι, σαν να μην τρέχει κάστανο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτή είναι η πιο σοφή αντιμετώπιση.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α, όχι! Εγώ ποτέ μου δεν θα μπορέσω να τους συνηθίσω…

ΝΤΙΝΤΑΡ, μετά από σκέψη: Αναρωτιέμαι, μήπως θα άξιζε τον κόπο… να τη

δοκιμάσουμε αυτή την εμπειρία!

ΝΤΕΖΗ: Δεν καθόμαστε, καλύτερα, να δοκιμάσουμε το φαγητό μου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα είναι δυνατόν, εσύ, ένας νομικός, να κάθεσαι και να μας λες

πως… (Ακούγεται από έξω ο θόρυβος που κάνει ένα κοπάδι ρινόκερων όπως

τρέχει καλπάζοντας. Συγχρόνως,

ακούγονται σάλπιγγες και ταμπούρλα) Μα τι συμβαίνει πάλι; (Τρέχουνε και οι

τρεις στο παράθυρο που είναι στο προσκήνιο) Τι συμβαίνει, μου λέτε;

(Ακούγεται ο θόρυβος ενός τοίχου που γκρεμίζεται. Ένα σύννεφο σκόνης

τυλίγει ένα μέρος της σκηνής, και, αν είναι δυνατόν, ο Μπερανζέ, η Ντέζη και

ο Ντιντάρ χάνονται μέσα στη σκόνη. Ακούμε μόνο τις φωνές τους)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, δεν βλέπουμε τίποτα… άλλο πάλι και τούτο…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν βλέπουμε, αλλά ακούμε!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαιρέτα μου τον πλάτανο και τις κρύες βρυσούλες!

ΝΤΕΖΗ: Τα πιάτα! Θα γεμίσουνε σκόνη!!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ωραία! Από υγιεινή σχίζουμε!

ΝΤΕΖΗ: Ελάτε να φάμε γρήγορα γρήγορα. Κι ας κάνουμε, καλύτερα, τους

αδιάφορους! (Η σκόνη κατακαθίζει και διαλύεται)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, δείχνει με το δάχτυλο προς το μέρος του κοινού: Γκρεμίσανε τα

τείχη του πυροσβεστικού σταθμού της Ιεριχούς.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πραγματικά, γίνανε σκόνη και κουρνιαχτός!

ΝΤΕΖΗ, που είχε φύγει από το παράθυρο και βρισκόταν κοντά στο τραπέζι

καθαρίζοντας, τρέχει και πάλι κοντά στον Μπερανζέ και στον Ντιντάρ: Οι

πυροσβέστες βγαίνουν έξω, τους βλέπετε;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τσούρμο, με φανφάρες και ταμπούρλα. Ολόκληρο το σύνταγμα

μεταμορφώθηκε σε ρινόκερους, με επικεφαλής τους τυμπανοκρούστες!

ΝΤΕΖΗ: Ξεκινάνε για παρέλαση στη λεωφόρο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε, αυτό ξεπερνάει κάθε όριο. Δεν το αντέχω… Δεν καταπίνεται

με τίποτα.

ΝΤΕΖΗ: Να, κι άλλοι, αυτοί, βγαίνουν από τις αυλές!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι άλλοι, από τα παραπήγματα…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πηδάνε ακόμα κι απ’ τα παράθυρα!

ΝΤΕΖΗ: Πάνε για να βρούνε τους ομοϊδεάτες τους! (Βλέπουμε να βγαίνει από

την πόρτα που υπάρχει στο πλατύσκαλο, αριστερά, έναν άνθρωπο που

κατεβαίνει τη σχάλα τρέχοντας. Έπειτα έναν δεύτερο, μ’ ένα μεγάλο κέρατο

πάνω από τη μύτη του. Ύστερα μια γυναίκα με κεφάλι ρινόκερου)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Νομίζω πάει… χάσαμε την πλειοψηφία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άραγε, πόσοι να είναι με ένα κέρατο και πόσοι με δύο;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Σίγουρα, οι Υπηρεσίες της Στατιστικής θα έχουνε ήδη αναλάβει την

καταμέτρηση! Ουρανοκατέβατη ευκαιρία για συσκέψεις, συζητήσεις, και

κόντρα συζητήσεις!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο αριθμός των μεν και των δε μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να

υπολογισθεί. Με τέτοιο συνωστισμό στις μεταλλάξεις, πού να προλάβουνε να

καταμετρήσουνε το είδος!

ΝΤΕΖΗ: Δεν αφήνετε, λέω εγώ, όσους ασχολούνται με τις στατιστικές να

κάνουν απερίσπαστοι τη δουλίτσα τους. Άντε, γιατί κοντεύουμε να

τρελαθούμε! Έλα να τσιμπήσεις κάτι, αγαπητέ μου Μπερανζέ. Το φαγητό θα σε

ηρεμήσει. Είναι και τονωτικό. (Στον Ντιντάρ) Και σεις, θα πάρετε ένα

μεζεδάκι; (Φεύγουν από το παράθυρο. Η Ντέζη έχει πάρει από το μπράτσο τον

Μπερανζέ, που αφήνεται υπάκουα να τον παρασύρει. Ο Ντιντάρ κάνει δυο τρία

βήματα, αλλά σταματάει διστακτικά)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλύτερα όχι, τρεις γίνονται πλήθος… ή, πιο σωστά, δεν αγαπάω

πολύ τις κονσέρβες. Αυτό που θα ‘θελα τώρα, είναι να φάω ξαπλωμένος στο

γρασίδι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο γρασίδι; Αν το κάνεις αυτό, θα ‘ναι σαν να γυρεύεις να δεις

το χάρο με τα μάτια σου…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά τώρα… είναι.. να, σκέφτομαι.. σας ενοχλώ και δεν το θέλω…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα… αφού σου λέμε πως…

ΝΤΙΝΤΑΡ, διακόπτει τον Μπερανζέ: Ελπίζω, χωρίς παρεξήγηση, έτσι;

ΝΤΕΖΗ: Αν το θέλετε τόσο πολύ να μας εγκαταλείψετε, τότε, δεν θα σας

αναγκάσουμε με το ζόρι να, να…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιστέψτε με, δεν θέλω να σας δυσαρεστήσω, αλλά…

 

J.W.Kalliwoda – Concertino in Fa, op.110

 

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη: Μην τον αφήσεις να φύγει.. για το Θεό… μην τον

αφήσεις…

ΝΤΕΖΗ: Μα, κι εγώ θέλω να μείνει.. Το λέω με την καρδιά μου… αλλά ο

καθένας είναι ελεύθερος… να κάνει ό,τι του αρέσει.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ντιντάρ: Ο άνθρωπος είναι ανώτερος απ’ το ρινόκερο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν λέω το αντίθετο… αλλά, δεν συμφωνώ και απόλυτα με τις ιδέες

σου. Δεν ξέρω… μονάχα η πείρα μπορεί, στα σίγουρα, να μας αποκαλύψει την

αλήθεια.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ντιντάρ: Και συ τέκνο, Ντιντάρ; Λοιπόν, έχεις πολύ

αδύνατο χαρακτήρα. Παρασύρεσαι από μια… εφήμερη γοητεία… θα το

μετανιώσεις.

ΝΤΕΖΗ: Αν πραγματικά έχουμε να κάνουμε με μια εφήμερη γοητεία… τότε, δεν

διατρέχουμε και τόσο μεγάλο κίνδυνο!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Με βασανίζουνε τύψεις… το καθήκον μού υπαγορεύει ν’

ακολουθήσω τον προϊστάμενο και τους συντρόφους μου, στην ευτυχία και στη

δυστυχία!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γιατί, έδωσες μαζί τους κανένα ιερό όρκο γάμου;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ω, ο γάμος! Έχω παραιτηθεί από αυτή την ιδέα, εδώ και πολύ

καιρό… προτιμώ μια μεγάλη παγκόσμια οικογένεια, από μια μικρή μίζερη και

στερημένη!

ΝΤΕΖΗ, χωρίς ιδιαίτερη ζεστασιά: Θα μας λείψετε πολύ, Ντιντάρ, αλλά είναι

κάτι που ξεπερνάει τις δυνάμεις μας.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Το καθήκον μού φωνάζει να μην τους εγκαταλείψω… και θ’ ακούσω

τη φωνή του καθήκοντος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Φωνή της καραβάνας… έχεις καθήκον να.., το καθήκον σου

ουρλιάζει να… αλλά, μήπως ξέρεις ποιο είναι το πραγματικό σον καθήκον.

Έχεις καθήκον να τους πολεμήσεις, σταθερά, και μάλιστα με ξεκάθαρο μυαλό..

ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα φροντίσω να διατηρήσω την πνευματική μου διαύγεια. (Αρχίζει

να γυρίζει γύρω γύρω στη σκηνή) Ξεκάθαρο μυαλό και στο ακέραιο πνευματική

διαύγεια! Πάντως, είναι καλύτερα να κάνεις την κριτική σου από μέσα παρά

από έξω. Δεν θα τους εγκαταλείψω… δεν θα τους εγκαταλείψω… όχι!

ΝΤΕΖΗ: Ο καημένος, έχει πολύ μεγάλη καρδιά…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, καρδιά αγκινάρα, αγκινάρα! (Στον Ντιντάρ, τρέχοντας πίσω

του προς την πόρτα) Έχεις καρδιά, και με το παραπάνω, ακούς… Είσαι

άνθρωπος… άνθρωπος. (Στην Ντέζη) Κράτησέ τον… Δεν ξέρει τι κάνει. Είναι

άνθρωπος… άνθρωπος

Johann David Heinichen Sonate in c- violin

Andre Previn Cadenza slowly (Violin Concerto εγγεγραμμένο και αφιερωμένο στην σύντροφό του και ερμηνεύτρια Anne Sophie Mutter

 

 

Αυτά προς το παρόν και την επόμενη Δευτέρα με το τέλος του έργου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s