Ευγένιος Ιονέσκο Ρινόκερος 5

Τα σημερινά μας ακούσματα είναι από την ταινία «Frida», που αναφερόταν στη ζωή της Μεξικανής ζωγράφου Frida Kahlo.

Δείχνει αρκετά εκνευρισμένος. Ο Μπερανζέ, χωρίς ενεργητικότητα, μοιάζει

σαν να σκέφτεται άλλα. Ακουμπά τα τυπογραφικά στο γραφείο του και δίνει

στον Μποτάρ τα χειρόγραφα. Ο Μποτάρ κάθεται μουρμουρίζοντας ανάμεσα

στα δόντια του κάτι, ενώ ο Παπιγιόν βγαίνει χτυπώντας πίσω του την πόρτα)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καλή δουλειά, κύριοι! (Βγαίνει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, διαβάζοντας και διορθώνοντας, ενώ ο Μποτάρ παρακολουθεί το

χειρόγραφο, με ένα μολύβι στο χέρι: Κανονισμός για το εγχώριο κρασί, που

αναλαμβάνει ο συνεταιρισμός, (διορθώνει) το «ται» με άλφα γιώτα… τα είδη

κρασιών που υπόκεινται, (διορθώνει) το «κει» με έψιλον γιώτα… σε κρατικό

έλεγχο, προέρχονται από την περιοχή του Μπορντό, (διορθώνει) το «Μ»

κεφαλαίο… της κάτω περιφέρειας, όπως και της ποσότητας τον κρασιού που

παράγεται…

ΜΠΟΤΑΡ: Στάσου, πιο αργά… αυτό δεν το έχω! Μου λείπει μια γραμμή…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο ξαναδιαβάζω: «…τα είδη τον κρασιού που υπόκεινται σε

κρατικό έλεγχο…»

ΝΤΙΝΤΑΡ: Λίγο πιο σιγά, παρακαλώ… μου πήρατε τα αφτιά! Είναι αδύνατο,

όπως φωνάζετε, να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου…

ΜΠΟΤΑΡ, στον Ντιντάρ, πάνω από το κεφάλι του Μπερανζέ, ξαναρχίζει την

ίδια συζήτηση. Ο Μπερανζέ συνεχίζει για λίγο να διορθώνει μόνος του.

Διαβάζει αθόρυβα κουνώντας τα χείλη του:

Στημένη μηχανή, ε; Μυθόδευμα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μηχανή; Μυθόδευμα; Για ποιο μυθόδευμα μιλάς;

ΜΠΟΤΑΡ: Το παραμυθάκι σας για το ρινόκερο, διάβολε! Η προπαγάνδα σας

παρασύρει ανόητους, με αυτές τις διαδόσεις… και οι διαδόσεις παρασύρουν

κοσμάκη.

ΝΤΙΝΤΑΡ, σταματώντας τη δουλειά του: Ποια προπαγάνδα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, επεμβαίνει: Εδώ δεν πρόκειται για προπαγάνδα.

ΝΤΕΖΗ, σταματώντας τη δακτυλογράφηση: Σας το είπα και σας το ξαναλέω,

τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια… Τον εί-δα-με!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μη γίνεσαι αστείος!… Προπαγάνδα! Για ποιο σκοπό;

ΜΠΟΤΑΡ: Αλλού αυτά… το λόγο τον ξέρεις καλύτερα κι από μένα… Πάψε

λοιπόν να μας παριστάνεις την αθώα περιστερά!

ΝΤΙΝΤΑΡ, θυμώνοντας: Όπως και να’χει, κύριε Μποτάρ, εγώ δεν είμαι

πουλημένος σε κανένα κόμμα!

ΜΠΟΤΑΡ, κοκκινίζει από θυμό και χτυπάει τη γροθιά του στο γραφείο: Δεν

σας επιτρέπω. Το θεωρώ προσωπική προσβολή. (Ο Μποτάρ σηκώνεται)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ικετευτικά: Κύριε Μποτάρ, σας παρακαλώ…

ΝΤΕΖΗ: Κύριε Ντιντάρ… σας παρακαλώ…

ΜΠΟΤΑΡ: Το ξαναλέω, είναι αισχρή συκοφαντία… (Ο προϊστάμενος ανοίγει

ξαφνικά την πόρτα… Ο Μποτάρ και ο Ντιντάρ ξανακάθονται γρήγορα. Ο

προϊστάμενος κρατάει το χαρτί με τις παρουσίες. Μόλις εμφανίζεται, απόλυτη

ησυχία)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ο κύριος Βοδάρ δεν ήρθε σήμερα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ρίχνοντας μια ματιά γύρω του: Αλήθεια, δεν τον βλέπω.. δεν θα

ήρθε!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Όποτε τον χρειάζομαι εξαφανίζεται… (Στην Ντέζη) Μήπως

τηλεφώνησε ότι είναι ασθενής ή αν του συνέβη κάτι άλλο;

benediction-and-dream

-the-floating-bed

ΝΤΕΖΗ: Όχι… δεν τηλεφώνησε καθόλου.

ΠΑΠΙΓΙΌΝ, ανοίγοντας τελείως την πόρτα του γραφείου του και

προχωρώντας: Αν συνεχίσει έτσι θ’ αναγκαστώ να τον απολύσω. Δεν είναι η

πρώτη φορά που με αφήνει εκτεθειμένο… Μέχρι σήμερα έκανα τα στραβά

μάτια, αλλά ως εδώ και μη παρέχει! Έχει κανείς το κλειδί του γραφείου του;

(Ακριβώς την ίδια στιγμή μπαίνει η κυρία Βοδάρ. Θα πρέπει να τη δούμε λίγο

πιο πριν, με τα τελευταία λόγια του Παπιγιόν, να ανεβαίνει βιαστικά τα

τελευταία σκαλοπάτια και να ανοίγει απότομα την πόρτα, λαχανιασμένη και

τρομοκρατημένη)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Η κυρία Βοδάρ… την είδατε;

ΝΤΕΖΗ: Καλημέρα σας, κυρία Βοδάρ…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Καλημέρα σας, κύριε Παπιγιόν! Καλημέρα, κυρίες και κύριοι.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μπορείτε να μας πείτε τι έγινε ο άντρας σας; Κάτι σοβαρό ή

μήπως αποφάσισε να το ρίξει στον ύπνο;

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, με κομμένη ανάσα: Ω, συγχωρέστε τον… τον κακομοίρη,

συγχωρέστε τον… πήγε στο πατρικό του… για το Σαββατοκύριακο… και εκεί

άρπαξε μια ελαφριά γριπούλα…

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ελαφριά γριπούλα… κατάλαβα…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, δίνοντας ένα χαρτί στον Παπιγιόν: Διαβάστε… το γράφει στο

τηλεγράφημα που μου έστειλε… Ελπίζει μέχρι την Τετάρτη να γυρίσει…

(Σχεδόν έτοιμη να σωριαστεί στο πάτωμα) Λίγο νερό.. σας παρακαλώ λίγο

νερό… και μια καρέκλα! (Ο Μπερανζέ της φέρνει τη δικιά του καρέκλα, στο

κέντρο της σκηνής, και η κυρία Βοδάρ σωριάζεται εξαντλημένη)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στην Ντέζη: Φέρε της ένα ποτήρι νερό!

ΝΤΕΖΗ: Νερό… αμέσως! (Βγαίνει για να φέρει νερό. Οι άλλοι συνεχίζουν)

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Παπιγιόν: Θα πρέπει να’χει πρόβλημα με την καρδιά της.

ΠΑΠΙΓΙΟΝΝ: Θα στενοχωρηθήκατε που δεν γύρισε ο κύριος Βοδάρ… αλλά

αυτό δεν είναι λόγος για να πάθετε καρδιακή προσβολή.

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, τραυλίζοντας: . . .Μα… παραλίγο να μείνω… με κυνηγάει…

ένας ρινόκερος… ένας ρινόκερος… με πήρε απο πίσω μόλις βγήκα από την

πόρτα μου και μ’ έφερε μέχρι εδώ. ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ρινόκε… με ένα κέρατο ή με

δύο;

ΜΠΟΤΑΡ, ξεσπώντας σε γέλια: Ε, δεν είμαστε καλά… καιρό είχα να γελάσω

έτσι!

ΝΤΙΝΤΑΡ, αγανακτισμένος: Θα την αφήσετε, λοιπόν, να μιλήσει…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια για να μιλήσει και δείχνοντας

με το δάχτυλο προς το μέρος της σκάλας: Εκεί είναι… εκεί… κοντοστάθηκε

στην είσοδο… Λίγο ακόμα και θα σκαρφάλωνε στη σκάλα… άρχισε να την

ανεβαίνει… (Την ίδια στιγμή ακούγεται ένας βρυχηθμός και βλέπουμε τα

σκαλοπάτια της σκάλας να γκρεμίζονται, κάτω από ένα τρομαχτικό βάρος.

Από κάτω ακούγονται μουγκρίσματα γεμάτα αγωνία. Όταν κατακαθίσει η

σκόνη που σηκώθηκε με το γκρέμισμα της σκάλας, θα δούμε ότι το

κεφαλόσκαλο είναι κρεμασμένο στο κενό)

ΝΤΕΖΗ: Θεέ και Κύριε…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, πάντα σωριασμένη, φέρνει το χέρι στην καρδιά: Είδατε… τι

σας έλεγα… (Ο Μπερανζέ τρέχει κοντά της, της δίνει σκαμπιλάκια και λίγο

νερό)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ηρεμήστε, κυρία μου… ηρεμήστε. (Συγχρόνως, ο Παπιγιόν, ο

Ντιντάρ, και ο Μποτάρ τρέχουν αριστερά, ανοίγουν την πόρτα, σπρώχνονται

και βγαίνουν στο κεφαλόσκαλο που ακόμα είναι τυλιγμένο σ’ ένα σύννεφο

σκόνης. Τα μουγκρητά συνεχίζονται)

ΝΤΕΖΗ, στην κυρία Βοδάρ: Είσαστε λίγο καλύτερα τώρα;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στο κεφαλόσκαλο: Νάτος… τον βλέπετε, στο πλατύσκαλο. Είναι

ρινόκερος !

ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ δεν βλέπω απολύτως τίποτα. Ψευδαίσθηση! Όφθαλμαπάτη!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, είσαστε στραβός; Νάτος, στριφογυρίζει σαν παλαβός!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δεν χωράει καμία αμφιβολία, κύριοι, στριφογυρίζει σαν παλαβός!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πάντως, δεν θα μπορέσει ν’ ανέβει. Η σκάλα γκρεμίστηκε.

ΜΠΟΤΑΡ: Πολύ περίεργο… δεν καταλαβαίνω τον ύπουλο σκοπό του!

ΝΤΙΝΤΑΡ, γυρίζοντας προς τον Μπερανζέ: Μα ελάτε λοιπόν, τι καθόσαστε,

ελάτε να δείτε το ρινόκερό σας!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έφτασα! (Τρέχει στο κεφαλόσκαλο. Η Ντέζη τον ακολουθεί

παρατώντας σύξυλη την κυρία Βοδάρ)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στον Μπερανζέ: Εσείς που είσαστε, λοιπόν, ειδικός στους

ρινόκερους, τι έχετε να μας πείτε; Κοιτάξτε τον καλά!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ; Ειδικός στους ρινόκερους;… Πλάκα μου κάνετε;

ΝΤΕΖΗ: Ω!… κοιτάξτε … κοιτάξτε πώς χοροπηδάει… Θα ‘λεγες, πως κάτι τον

βασανίζει… Τι να θέλει άραγε;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Σαν κάποιον να γυρεύει… (Στον Μποτάρ) Ούτε και τώρα δεν τον

βλέπετε;

ΜΠΟΤΑΡ, ενοχλημένος: Ας είναι, κάτι βλέπω!

ΝΤΕΖΗ, στον Μποτάρ: Ίσως όλοι να έχουμε παραισθήσεις… ομαδική

αυθυποβολή… αλλά, τελικά, την κολλήσατε και σεις

ΜΠΟΤΑΡ: Δεν παθαίνω ποτέ μου παραισθήσεις! Κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω

από όλα αυτά!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δηλαδή πού κρύβεται;

ΠΑΠIΓΙΟΝ, στον Μπερανζέ: Δεν χωράει αμφιβολία, είναι ρινόκερος, έτσι; Είναι

ο ίδιος που ξανάδατε; (Στην Ντέζη) Αυτός που, είδατε και σεις, δεσποινίς

Ντέζη;

ΝΤΕΖΗ: Σίγουρα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχει δύο κέρατα… Είναι ρινόκερος της Αφρικής… ή πιο σωστά

της Ασίας… Τώρα τα μπέρδεψα κι εγώ… ο ρινόκερος της Αφρικής έχει δύο

κέρατα ή της Ασίας;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μας ρήμαξε τη σκάλα… μεταξύ μας, καλά έκανε. Ήταν

ετοιμόρροπη από καιρό. Χρόνια κάνω αιτήσεις στη γενική διεύθυνση να μας

φτιάξει μια σκάλα από τσιμέντο και να πετάξουμε τα σάπια παλιοσάνιδα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Την περασμένη εβδομάδα τους στείλαμε ένα καινούριο υπόμνημα, κ.

προϊστάμενε!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Στου κουφού την πόρτα… Το ‘λεγα, το ξανάλεγα… η σκάλα θα

γκρεμιστεί… ορίστε… δικαιώθηκα!

ΝΤΕΖΗ, ειρωνικά στον Παπιγιόν: Δικαιωθήκατε, όπως πάντα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ντιντάρ και στον Παπιγιόν: Σας παρακαλώ, για σταθείτε…

μια στιγμή… Άραγε τα διπλά κέρατα είναι το χαρακτηριστικό του ρινόκερου

της Ασίας ή μήπως είναι το χαρακτηριστικό της Αφρικής; Και το μονό κέρατο

χαρακτηρίζει τους ρινόκερους της Αφρικής ή της Ασίας;

ΝΤΕΖΗ: Το λυπάμαι το κακόμοιρο το ζωντανό, δεν σταμάτησε τόση ώρα να

μουγκρίζει… να χοροπηδάει ανήσυχο. Τι να γυρεύει άραγε; Ω! μας κοιτάζει!…

(Προς τη μεριά τον ρινόκερου) Νουνούκο… Νουνούκο… Νουνουκάκι!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μήπως θα θέλατε και να το χαϊδολογήσετε; Δεν μου μοιάζει και

τόσο εξημερωμένο!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Πάντως είναι αδύνατον να πάμε κοντά του. (Ο ρινόκερος

μουγκρίζει σπαρακτικά)

ΝΤΕΖΗ: Κακόμοιρο πλασματάκι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, συνεχίζοντας τη σκέψη του, στον Μποτάρ: Εσείς που ξέρετε τόσα

πράγματα, δεν νομίζετε ότι αντιθέτως τα διπλά κέρατα υπάρχουν…

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δεν ξέρεις τι λες, αγαπητέ μου Μπερανζέ. Το μυαλό σου είναι

τελείως σκοτισμένο. Έχει δίκιο ο κύριος Μποτάρ!

ΜΠΟΤΑΡ: Μα πώς είναι δυνατόν σε μια πολιτισμένη χώρα να…

ΝΤΕΖΗ, στον Μποτάρ: Άσχετο, πέστε μας υπάρχει ή δεν υπάρχει ρινόκερος;

ΜΠΟΤΑΡ: Είναι σκευωρία… εδώ κρύβεται μια πανάθλια σκευωρία… (Σαν

κατήγορος δικαστηρίου, δείχνει με το δάχτυλο τον Ντιντάρ και τον

κεραυνοβολεί με το βλέμμα του) Εσείς… εσείς φταίτε για όλα αυτα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Γιατί φταίω εγώ και δεν φταις εσύ…

ΜΠΟΤΑΡ: Να φταίω εγώ; Τι σας έλεγα; Πάντα οι πιο αδύνατοι πληρώνουμε τη

νύφη… Αν ήτανε στο χέρι μου… θα βλέπατε τι θα… Άκου, φταίω εγώ…

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Σταματήστε, την κολοκυθιά θα παίξουμε; Δεν βλέπετε ότι

βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού; Μείναμε και χωρίς σκάλα!

ΝΤΕΖΗ, στον Μποτάρ και στον Ντιντάρ: Μα, επιτέλους, κύριοι, διαλέξατε τη

στιγμή να βγάλετε τα απωθημένα σας!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Η γενική διεύθυνση… αυτή φταίει… Αυτή!

ΝΤΕΖΗ: Πιθανόν… αλλά δεν κοιτάζουμε καλύτερα πώς θα φύγουμε από δω

μέσα;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, χαριτωμένα, χαίδεύοντας το μάγουλο της Ντέζης: Θα σας

σηκώσω στα χέρια μου και θα κάνουμε αγκαλιά το πήδημα του θανάτου!

ΝΤΕΖΗ, σπρώχνοντας το χέρι του προϊστάμενου: Πάρτε πια τα

χοντροδάχτυλά σας. Σας το ‘πα και σας το ξανάπα. Δεν μ’ αρέσει να με

πασπατεύουν… Τι παχύδερμο!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καλά… ένα αστειάκι έκανα…

(Στο μεταξύ, όπως ο ρινόκερος δεν σταματάει να μουγκρίζει, η κυρία Βοδάρ

σηκώνεται με κόπο απ’ την καρέκλα της και πλησιάζει τους άλλους. Κοιτάζει

για λίγο, με ένταση και φόβο, το ρινόκερο, που συνεχίζει να κάνει

πηδαματάκια κάτω από τη σκάλα, και ξαφνικά μπήγει μια τρομαχτική κραυγή)

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Ω! Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν…

ΜΙΙΕΡΑΝΖΕ, στην κυρία Βοδάρ: Κυρία μου… κυρία μου, τι πάθατε;

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Ο άντρας μου! Είναι ο άντρας μου. Αυτός είναι… Βοδάρ,

φτωχούλη μου Βοδάρ… τι έπαθες, τι σου συνέβη;

ΝΤΕΖΗ: Μα, είσαστε βέβαιη;

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Αυτός είναι, αυτός είναι, τον αναγνώρισα! (Ο ρινόκερος

απαντάει με ένα άγριο αλλά και τρυφερό μουγκρητό)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αυτό ξεπερνάει κάθε όριο… Θα τον απολύσω. Θα τον απολύσω,

πάει τέλειωσε!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι τουλάχιστον ασφαλισμένος;

ΜΠΟΤΑΡ, στον εαυτό του: Μάλιστα, τώρα εξηγούνται τα πάντα!

ΝΤΕΖΗ: Μα ποιος θα του δώσει αποζημίωση στην κατάσταση που βρίσκεται;

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, λυποθυμάει στην αγκαλιά του Μπερανζέ: Ααααχ Θεέ μου! Ούτε

αποζημίωση!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δύστυχη γυναίκα!

ΝΤΕΖΗ: Ελάτε, βάλτε ένα χεράκι να την πάμε στην καρέκλα της. (Ο

Μπερανζέ, μαζί με τον Ντιντάρ και την Ντέζη, σέρνουν την κυρία Βοδάρ και

την καθίζουν και πάλι στην καρέκλα της)

ΝΤΙΝΤΑΡ, όπως τη μεταφέρουν: Μη στεναχωριέστε, κυρία μου. Όλα περνάνε

στη ζωή!

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Αααααχ! ωχώχ!

ΝΤΕΖΗ: Ίσως και να συνέλθει, κυρία μου, ποτέ δεν ξέρεις…

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στον Ντιντάρ: Μπορούμε, να κάνουμε κάτι νομικώς;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα γνωματεύσει το Συμβούλιο Επικρατείας!

ΜΙΙΟΤΑΡ, κοιτάζοντας τους άλλους σηκώνει τα χέρια του προς τον ουρανό:

Παράκρουση… Καθαρή τρέλα! Αυτό λέγεται κοινωνία; (Όλοι σπρώχνονται

γύρω από την κυρία Βοδάρ και της δίνουν μικρά μπατσάκια για να τη

συνεφέρουν. Αυτή, ανοίγει για μια στιγμή τα μάτια της, βγάζει ένα

σπαραξικάρδιο «Ααααχ» και τα ξανακλείνει αμέσως. Τα μπατσάκια

ξαναρχίζουν και πάλι, ενώ ο

Μποτάρ ξεσπάει) Α, όχι! Εγώ, σας το υπογράφω, δεν θα καθίσω με σταυρωμένα

χέρια. Θα αναφερθώ στο σωματείο. Για ομορφιά την έχουμε την εκτελεστική

επιτροπή; Δεν θα εγκαταλείψω στην τύχη του ένα συνάδελφο σε ώρα κινδύνου.

Θα γνωστοποιήσω τα πάντα!

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, όπως συνέρχεται: Γλυκιά μου αγάπη… Δεν μπορώ να τον

εγκαταλείψω στο τραγικό του πεπρωμένο… Φτωχέ μου αντρούλη… (Ακούγεται

μουγκρητό) Με φωνάζει! (Τρυφερά) Ακούτε, εμένα φωνάζει!

ΝΤΕΖΗ: Νιώθετε καλύτερα, κυρία Βόδαρ;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ευτυχώς, συνήλθε…

ΜΠΟΤΑΡ: Η οργάνωσή μας θα υποστηρίξει σίγουρα την περίπτωσή σας.

Μήπως θέλετε να γίνετε τακτικό μέλος της επιτροπής;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ορίστε, όλο το πρωινό πήγε στράφι. Δεσποινίς Ντέζη, την

αλληλογραφία…

ΝΤΕΖΗ: Νομίζω, πρώτα θα έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα βγούμε από δω μέσα!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Σωστά, είναι πρόβλημα… Από το παράθυρο! (Τρέχουν, όλοι προς

το παράθυρο, εκτός από την κυρία Βοδάρ, που μένει σωριασμένη στην

καρέκλα, και τον Μποτάρ. Κι οι δυο στη μέση της σκηνής)

ΜΠΟΤΑΡ: Ξέρω καλά τίνος δάκτυλος είναι όλα αυτά!

ΝΤΕΖΗ, στο παράθυρο: Είναι πολύ ψηλά.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ίσως θα ‘πρεπε να καλέσουμε τους πυροσβέστες με τις σκάλες

τους.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δεσποινίς Ντέζη, πηγαίνετε στο γραφείο μου και τηλεφωνήστε

στην πυροσβεστική! (Ο κύριος Παπιγιόν, για λίγο την ακολουθεί. Η Ντέζη

βγαίνει από το βάθος, ακούγεται να ξεκρεμά το ακουστικό και να λέει:

«Εμπρός! Εμπρός! Η πυροσβεστική;» Ακούγεται μια ακαθόριστη συνομιλία!)

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, τινάζεται απότομα: Όχι, δεν θα τον αφήσω… δεν μπορώ να

τον αφήσω μόνο και αβοήθητο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αν θέλετε να πάρετε διαζύγιο… τώρα σας προσφέρεται μια

μοναδική ευκαιρία!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα το βγάλετε εις βάρος του εκατό τοις εκατό!

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Όχι δεν θέλω διαζύγιο. Δεν θέλω διαζύγιο σε μια τέτοια

στιγμή, ποτέ! Ποτέ! Δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον άντρα μου, στην

κατάσταση που βρίσκεται.

ΜΠΟΤΑΡ: Λοιπόν, είστε πολύ γενναία γυναίκα!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στην κυρία Βοδάρ: Μα τρελαθήκατε; Πού πάτε; (Η κυρία Βοδάρ

τρέχει γρήγορα αριστερά, προς τη μεριά της σκάλας)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σταθείτε…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω. Δεν μπορώ, δεν μπορώ!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κρατήστε την…

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Θα τον πάω σπίτι μας!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Πού θα τον πάει, λέει;

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ, παίρνει φόρα για να πηδήξει από το κεφαλόσκαλο: Έρχομαι,

αγάπη μου έρχομαι.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι άξια να πηδήξει…

ΜΠΟΤΑΡ: Αυτό έχει καθήκον να κάνει…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, το πολύ πολύ να σπάσει κανένα πόδι. (Όλοι, εκτός από την

Ντέζη, που συνεχίζει να μιλάει στο τηλέφωνο, βρίσκονται κοντά στην κυρία

Βοδάρ, στο κεφαλόσκαλο. Η κυρία Βοδάρ πηδάει. Ο Μπερανζέ προσπαθεί να

την πιάσει, αλλά του μένει η φούστα της στα χέρια)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάρα λίγο, αλλά… μου… ξέφυγε! (Από κάτω ακούγεται, απ’ το

ρινόκερο, ένα τρυφερό μούγκρισμα)

ΚΥΡΙΑ ΒΟΔΑΡ: Είμαι μαζί σου, αγάπη μου… μαζί σου!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Προσγειώθηκε στην πλάτη του με τα πόδια ανοιχτά!

ΜΠΟΤΑΡ: Σαν αμαζόνα! Τέτοιοι γάμοι σπανίζουν στις μέρες μας.

ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΑΣ ΒΟΔΑΡ: Έλα, χρυσέ μου, θα γυρίσουμε σπιτάκι μας! Σπιτάκι

μας!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Φεύγουν καλπάζοντας! (Ο Ντιντάρ, ο Μπερανζέ, ο Μποτάρ και ο

κύριος Παπιγιόν, προχωρούν στη σκηνή και τρέχουν στο παράθυρο)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τρέχουνε σαν βολίδα…

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον κύριο Παπιγιόν: Κάνατε στη ζωή σας ιππασία;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ναι, παλιά…. κάτι λίγο! (Γυρίζει προς την πόρτα του βάθους, στον

Ντιντάρ) Αυτή… κόλλησε στο τηλέφωνο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ακολουθώντας με το βλέμμα το ρινόκερο: Έγιναν καπνός!… Λες

και τους κατάπιε μια άβυσσος σκόνης.

ΝΤΕΖΗ, μπαίνει από το γραφείο: Είδα κι έπαθα να πάρω τους πυροσβέστες.

ΜΠΟΤΑΡ, σαν συμπέρασμα σε έναν εσωτερικό μονόλογο: Ξεκάθαρα

πράγματα!

ΝΤΕΖΗ: Δεν μπορούσα με τίποτα να πιάσω γραμμή!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Γιατί; Μήπως άρπαξε φωτιά όλη η πόλη;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λοιπόν, το’λεγε η καρδιά της. Συμφωνώ με τον κύριο Μποτάρ. Η

στάση της κυρίας Βοδάρ είναι το λιγότερο συγκινητική!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ωραία ιστορία. Ένας υπάλληλος λιγότερος. Άντε τώρα να βρεις

άλλον!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σοβαρά, πιστεύετε ότι δεν γίνεται να ξαναδουλέψει στο γραφείο;

ΝΤΕΖΗ: Καμιά φωτιά δεν έπιασε.. Φωνάξανε τους πυροσβέστες, γιατί

τριγυρίζουνε κι άλλοι ρινόκεροι στην πόλη.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι άλλοι ρινόκεροι;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν κατάλαβα… Τους φωνάξανε για άλλους ρινόκερους;

ΝΤΕΖΗ: Μάλιστα… για άλλους ρινόκερους. Έκαναν την εμφάνισή τους σε

αρκετές γειτονιές. Πριν από μια ώρα υπήρχαν εφτά… και τώρα ο αριθμός τους

ξεπέρασε του δεκαεφτά!

ΜΠΟΤΑΡ: Τι σας έλεγα… τι σας έλεγα!…

ΝΤΕΖΗ, συνεχίζει: Μερικοί λένε ότι εντοπίσθηκαν γύρω στους τριάντα δύο. Αν

κι ακόμα δεν έχει βγει επίσημη ανακοίνωση. Αλλά πιστεύω ότι από στιγμή σε

στιγμή θα το ανακοινώσουν!

ΜΠΟΤΑΡ, πάντα δύσπιστος: Σιγά… Όπως πάντα, τα παραφουσκώνουν!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καλά όλα αυτά, αλλά μήπως σου είπαν πότε θα’ρθουν να μας

ελευθερώσουν;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι έχω μια πείνα!

ΝΤΕΖΗ: Δεν θα αργήσουνε… Μόλις έπιασα γραμμή, ξεκίνησαν αμέσως!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κι από δουλειά… τα φορτώσαμε στον κόκορα.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιο σωστά, στο ρινόκερο. Περίπτωση ανωτέρας βίας!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Τις ώρες που χάσαμε θα πρέπει να τις αναπληρώσουμε.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Λοιπόν, κύριε Μποτάρ, συνεχίζετε να αμφισβητείτε μια τόσο

οφθαλμοφανή ρινοκερίτιδα.

ΜΠΟΤΑΡ: Το σωματείο μας θα αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις! Είναι

ανεπίτρεπτο να απολυθεί ο κύριος Βοδάρ χωρίς καμία απολύτως

προειδοποίηση.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αυτός που θα αποφασίσει δεν είμαι εγώ… Θα περιμένουμε πρώτα

το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής.

ΜΠΟΤΑΡ, στον Ντιντάρ: Όχι, κύριε Ντιντάρ, δεν αρνούμαι ότι κυκλοφορεί

κάποιος ιός ρινοκερίτιδας. Αυτό δεν το αρνήθηκα ποτέ!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Τελικά, είσαστε κακόπιστος!

ΝΤΕΖΗ: Μόνο κακόπιστος; Κάτι περισσότερο.

ΜΠΟΤΑΡ: Σας ξαναλέω, δεν το αρνήθηκα ποτέ. Απλώς, είχα επιφυλάξεις μέχρι

να δω την εξέλιξη των γεγονότων. Ξέρω θαυμάσια τι μου γίνεται και πού

πρέπει να σταματήσω. Δεν μου φτάνει να διαπιστώσω απλώς ένα φαινόμενο…

Θέλω να το κατανοήσω, να το εξηγήσω… Κι έχω σκοπό να το εξηγήσω με την

προϋπόθεση ότι…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, τι περιμένετε, εξηγήστε το, λοιπόν…

ΝΤΕΖΗ: Αχ! Ναι! Εξηγήστε μας, κύριε Μποτάρ.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Εξηγήστε, αφού σας το ζητάνε οι συναδελφοί σας, τόσο ευγενικά…

ΜΠΟΤΑΡ: Θα σας το εξηγήσω…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Είμαστε όλο αφτιά!

ΝΤΕΖΗ: Αχ! Με τρώει η περιέργεια…

ΜΠΟΤΑΡ: Θα σας το εξηγήσω… μια άλλη φορά!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Γιατί όχι τώρα αμέσως;

ΜΠΟΤΑΡ, στον κύριο Παπιγιόν, απειλητικά: Εμείς οι δυο, κύριε Παπιγιόν, δεν

θα αργήσουμε να εξηγηθούμε, αλλά κάπως πιο μεταξύ μας. (Σε όλους) Γνωρίζω

θαυμάσια τα «γιατί» και τα «πώς». Όλα τα άθλια παρασκήνια αυτής της

ιστορίας!

ΝΤΕΖΗ: Τα παρασκήνια!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποια παρασκήνια;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Πολύ θα ‘θελα να τα γνωρίσω κι εγώ αυτά τα παρασκήνια!

ΜΠΟΤΑΡ, συνεχίζοντας, βροντερός: Όπως και γνωρίζω όλα τα ονόματα των

ενόχων. Όλους τους προδότες. Εγώ, δεν πιάνομαι έτσι εύκολα κορόιδο. Θα σας

αποκαλύψω το σκοπό και τους στόχους αυτής της σκευωρίας. Διαφανεια,

κύριοι! Θα ξεσκεπάσω τους υπονομευτές.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα ποιος θα είχε συμφέρον να…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Παραλογίζεσαι, κακομοίρη μου Μποτάρ…

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Συμφωνώ… κι άσε που δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο θα βγούμε από

δω μέσα!

ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ παραλογίζομαι; Μήπως θα με βγάλετε τώρα και τρελό;

ΝΤΕΖΗ: Πριν από λίγο κατηγορούσατε το σύμπαν ότι είχε παραισθήσεις.

ΜΠΟΤΑΡ: Πριν από λίγο, ναι! Αλλά τώρα… Οι παραισθήσεις είναι σταγόνες

στον ωκεανό. Εδώ πρόκειται περί πλεκτάνης, πρόκειται περί άθλιας

σκευωρίας!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κατά τη γνώμη σας, πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η αλλαγή;

ΜΠΟΤΑΡ: Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια, κύριοι, κοινό μυστικό, το ξέρει

και η γάτα μου. Μόνο οι υποκριτές και οι φαρισαίοι κάνουν, τάχατες, ότι δεν

καταλαβαίνουν! (Ακούγεται το αυτοκίνητο και η σειρήνα της πυροσβεστικής.

Το ψρενάρισμα, και ύστερα το απότομο σταμάτημα κάτω από το παράθυρο)

ΝΤΕΖΗ: Οι πυροσβέστες, φτάσανε!

ΜΠΟΤΑΡ: Χρειάζεται αλλαγή σε όλα αυτά. Αλλαγή! Και εμείς δεν σκοπεύουμε

να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια! Ό,τι κρύβεται πρέπει να φανερωθεί.

Χρειαζόμαστε κάθαρση… διαφάνεια… αλλαγή…

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα για ποια κάθαρση, σκευωρία, αλλαγή μας μιλάτε, κύριε Μποτάρ;

Υπάρχουν, απλούστατα, ρινόκεροι στην πόλη μας, αυτό είναι όλο… και οι

προεκτάσεις σας είναι κολοκύθια μετά ριγάνεως.

ΝΤΕΖΗ, στο παράθυρο, κοιτάζοντας κάτω: Εδώ, κύριοι πυροσβέστες, εδώ,

παγιδευτήκαμε! (Ακούγονται από κάτω φωνές, τριξίματα, οδηγίες, θόρυβος

αυτοκινήτου)

ΦΩΝΗ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗ: Ανεβάστε τη σκάλα…

ΜΠΟΤΑΡ, στον Ντιντάρ: Εγώ μόνο έχω το κλειδί της βρομερής πλεκτάνης! Κι

έχω σύστημα αλάνθαστο για να την ερμηνεύσω. Αλάνθαστο!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Όπως και να ‘χει, θα πρέπει το απόγευμα να ξαναγυρίσούμε στο

γραφείο. Αλλά πώς, μου λέτε; Η δουλειά μας επείγει… (Βλέπουμε τη σχάλα της

πυροσβεστικής να ακουμπά στο παράθυρο)

ΜΠΟΤΑΡ: Με τις δουλειές του γραφείου θα σκοτιζόμαστε τώρα, κύριε

Παπιγιόν;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Τι θα πούμε στη γενική διεύθυνση;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ανωτέρα βία… Μας ανάγκασαν συνταρακτικά γεγονότα!

ΜΠΟΤΑΡ, δείχνοντας το παράθυρο: Κανείς δεν θα μας αναγκάσει να

ξαναγυρίσουμε με τη βοήθεια της πυροσβεστικής. Θα περιμένουμε να

επισκευαστεί η σκάλα!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Αν πέσει κάποιος και σπάσει κανένα πόδι, τα σπασμένα θα τα

πληρώσει η γενική διεύθυνση!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Απολύτως σωστό! (Βλέπουμε το κράνος ενός πυροσβέστη και

ύστερα παρουσιάζεται και ο ίδιος)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Ντέζη, δείχνοντας το παράθυρο: Ελάτε εσείς πρώτη,

δεσποινίς Ντέζη!

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Έλα, κορίτσι μου. (Ο πυροσβέστης παίρνει στην αγκαλιά του

την Ντέζη, από παράθυρο, και εξαφανίζεται μαζί της)

ΝΤΙΝΤΑΡ: Στο καλό, δεσποινίς Ντέζη, θα βρεθούμε σύντομα!

ΝΤΕΖΗ, ενώ εξαφανίζεται: Το ελπίζω, κύριοι, το ελπίζω!

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στο παράθυρο: Αύριο το πρωί να μου τηλεφωνήσετε. δεσποινίς…

Θα ‘ρθείτε να δακτυλογραφήσετε τα γράμματα στο σπίτι μου. (Στον

Μπερανζέ) Κύριε Μπερανζέ, μη σας περάσει ιδέα ότι βρισκόμαστε σε περίοδο

διακοπών. Θα ξαναπιάσουμε δουλειά όσο γίνεται πιο γρήγορα. (Στους άλλους)

Αυτό ισχύει χα. για σας, κύριοι, τ’ ακούσατε;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Ακούσαμε, κύριε Παπιγιόν!

ΜΠΟΤΑΡ: Εκμετάλλευση… Τα βλέπετε; Εκμετάλλευση μέχρι τελευταίας

ρανίδος αίματος!

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ, και πάλι στο παράθυρο: Ποιος έχει σειρά;

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στους άλλους τρεις: Εμπρός, κύριοι, τι καθόσαστε;

ΝΤΙΝΤΑΡ: Κύριε Παπιγιόν… Αποκλείεται.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πρώτα εσείς, κύριε προϊστάμενε!

ΜΠΟΤΑΡ: Ούτε κουβέντα, εσείς πρώτα.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στον Μπερανζέ: Δώστε μου την αλληλογραφία… Εκεί είναι, στο

γραφείο της Ντέζης. (Ο Μπερανζέ τρέχει και του φέρνει το ταχυδρομείο)

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Άντε, σβέλτα. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο… Μας φωνάζουνε

σε όλη την πόλη. Υπάρχει συνωστισμός, μεγάλος συνωστισμός.

ΜΠΟΤΑΡ: Τ ι σας έλεγα; Τι σας έλεγα; (Ο κύριος Παπιγιόν, με τα γράμματα

κάτω από τη μασχάλη του, σκαρφαλώνει στο παράθυρο)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, στους πυροσβέστες: Με το μαλακό, έτσι παιδιά; Προσοχή στην

αλληλογραφία! (Γυρίζοντας στους Ντιντάρ, Μποτάρ και Μπερανζε) Εις το

επανιδείν, κύριοι!

ΝΤΙΝΤΑΡ: Χαίρετε, κύριε Παπιγιόν.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαίρετε, κύριε Παπιγιόν.

ΠΑΠΙΓΙΟΝ, χωρίς να φαίνεται, ακούμε τη φωνή του: Προσοχή… τα

γράμματα… (Φωνάζει πάντα) Ντιντάρ, μην ξεχάσεις να κλειδώσεις καλά το

γραφείο!

ΝΤΙΝΤΑΡ, φωνάζει: Μείνετε ήσυχος, κύριε Παπιγιόν. (Στον Μποτάρ) Η σειρά

σας, κύριε Μποτάρ…

ΜΠΟΤΑΡ: Μάλιστα, η σειρά μου! Κύριοι, σας αφήνω, αλλά θα φροντίσω

να’ρθω σε επαφή αμέσως με τους αρμόδιους παράγοντες… Εγώ, έχω σκοπό να

ξεδιαλύνω, στα γρήγορα, την πλεκτάνη του μυστηρίου. (Προχωρεί προς το

παράθυρο για να σκαρφαλώσει)

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μποτάρ: Περίεργο, νόμιζα ότι για σας δεν υπάρχει μυστήριο.

ΜΠΟΤΑΡ, ενώ σκαρφαλώνει: Η ειρωνία σας, κύριε Ντιντάρ, με αγγίζει στο

ελάχιστο… Αυτό που επιζητώ, είναι να σας αποκαλύψω. Με στοιχεία,

αποδείξεις, πειστήρια, αδιάσειστα πειστήρια, και να φανερώσω τη δολιότητά

σας.

ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα παραληρείτε τελείως…

ΜΠΟΤΑΡ: Πάλι με προσβάλλετε, αλλά…

ΝΤΙΝΤΑΡ, τον κόβει: Εσείς με προσβάλλετε.

ΜΠΟΤΑΡ, ενώ χάνεται: Εγώ δεν προσβάλλω… κρατώ αποδείξεις και

αποκαλύπτω.

ΦΩΝΗ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗ: Εμπρός, μας περιμένουν κι αλλού…

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μπερανζέ: Τι κάνεις το απόγευμα; Είσαι για κανένα ποτηράκι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λυπάμαι, αλλά μιας και είμαι ελεύθερος το απόγεμα, σκέφτηκα

να πεταχτώ στο φίλο μου, τον Ζαν. Λογοφέραμε. δηλαδή παραφέρθηκα

παραπάνω από ό,τι έπρεπε, και θα ‘θελα ξεχαστεί το ζήτημα… (Το κεφάλι του

πυροσβέστη φαίνεται και πάλι στο παράθυρο)

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Άλλος με τη σκάλα…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, δείχνοντας το παράθυρο: Πήγαινε εσύ…

ΝΤΙΝΤΑΡ, στον Μπερανζέ: Όχι, εσύ θα πας.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ντιντάρ: Σε παρακαλώ, κάνε μου το χατήρι!

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Τι θα γίνει, θα ξημερωθούμε; Υπάρχει συνωστισμός, είπα!

ΝΤΙΝΤΑΡ, στο Μπερανζέ: Κι εγώ χατήρι στο ζητάω, εσύ πρώτος!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, σε παρακαλώ… σε παρακαλώ… (Σκαρφαλώνουν και οι δύο στο παράθυρο,

συγχρόνως. Ο πυροσβέστης τους τραβάει νευριασμένος, ενώ πέφτει η αυλαία)

Β’ ΕΙΚΟΝΑ

Στο σπίτι του Ζαν. Το σκηνικό είναι σχεδόν όμοιο με την πρώτη εικόνα της δεύτερης πράξης. Είναι

χωρισμένο και πάλι στα δύο. Δεξιά, τα 3/4 ή τα 4/5 του χώρου, ανάλογα με τις διαστάσεις της σκηνής,

βλέπουμε το δωμάτιο του Ζαν. Στο βάθος, κολλητά στον τοίχο, είναι το κρεβάτι του Ζαν, που

ξαπλωμένος κοιμάται. Στο κέντρο της σκηνής, μία καρέκλα ή μία πολυθρόνα, που αργότερα θα

καθίσει ο Μπερανζέ. Δεξιά, στο κέντρο, μία πόρτα που βγάζει στην τουαλέτα του Ζαν. Όταν ο Ζαν θα

πάει να πλυθεί, ακούμε το νερό που τρέχει από το ντούζ. Αριστερά, ένας μεσότοιχος χωρίζει στα δύο

τη σκηνή. Στο κέντρο, η πόρτα που βγάζει στη σκάλα. Εάν το σκηνικό είναι πιο αφηρημένο,

περισσότερο στυλιζαρισμένο, μπορεί να υπάρχει μόνο η πόρτα, χωρίς το μεσότοιχο. Αριστερά της

σκηνής βλέπουμε τη σκάλα. Τα τελευταία σκαλοπάτια της φτάνουν στο διαμέρισμα του Ζαν. Φυσικά,

υπάρχει η κουπαστή, όπως και το πλατύσκαλο. Στο βάθος, στο ύψος του πλατύσκαλου, η πόρτα του

διπλανού διαμερίσματος. Πιο χαμηλά, το πάνω μέρος μιας τζαμωτής πόρτας, που στο

πάνω μέρος της υπάρχει η επιγραφή «Θυρωρός». Με το άνοιγμα της αυλαίας,

ο Ζαν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με την πλάτη στραμμένη στο κοινό, είναι

σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Τον ακούμε να βήχει. Σε λίγο, βλέπουμε τον

Μπερανζέ ανεβαίνει τα τελευταία σκαλοπάτια της σκάλας. Χτυπάει την πόρτα,

ο Ζαν δεν απαντάει και ο Μπερανζέ ξαναχτυπάει.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ζαν! (Χτυπάει και πάλι) Ζαν! (Η πόρτα στο βάθος του

κεφαλόσκαλου ανοίγει λίγο και παρουσιάζεται ένας γεράκος, με άσπρο γενάκι)

ΓΕΡΑΚΟΣ: Ποιος είναι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ήρθα να δω τον Ζαν… είναι φίλος μου ξέρετε…

ΓΕΡΑΚΟΣ: Κι εγώ νόμισα ότι χτυπάγανε σε μένα… Και μέ. Ζαν με λένε… αλλά

εσείς Θα ήρθατε για τον άλλο Ζαν…

ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΓΕΡΑΚΟΥ, από το βάθος του διαμερίσματος: Ζαν, είναι για

μας;

ΓΕΡΑΚΟΣ, γυρίζοντας προς τη γυναίκα του, που δεν φαίνεται: Όχι!… είναι για

τον άλλο Ζαν.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ξαναχτυπάει: Ζαν, είσαι μέσα;

ΓΕΡΑΚΟΣ: Δεν τον είδα να βγαίνει… όμως, χτες βράδυ που συνάντησα στη

σχάλα, μου φάνηκε σαν να είχε τα νευρά του…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρω, τα ‘κανα μούσκεμα.

ΓΕΡΑΚΟΣ: Τότε, ίσως να μη θέλει ν’ ανοίξει… Χτυπήστε πάλι…

ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΓΕΡΑΚΟΥ: Ζαν, θα σταματήσετε επιτέλους τις κουβέντες;

Ζαν!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, χτυπώντας: Ζαν…

ΓΕΡΑΚΟΣ, στη γυναίκα του: Έρχομαι, έρχομαι… Α! πα πα! Να μη μιλήσω σ’

άνθρωπο! (Μπαίνει μέσα και κλείνει την πόρτα)

ΖΑΝ, πάντα με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό και με βραχνιασμένη φωνή:

Ποιος χτυπάει;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ, αγαπητέ μου Ζαν, ήρθα να σε δω!

ΖΑΝ: Ποιος είσαι;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ, ο Μπερανζέ, μήπως σ’ ενοχλώ;

ΖΑΝ: Α! Εσύ είσαι! Έλα μέσα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, προσπαθεί ν’ ανοίξει: Μα έχεις κλειδώσει!

ΖΑΝ: Μια στιγμή! Αααχ!… Ααχ… (ηχώνεται, φοράει μια πράσινη πιτζάμα, τα

μαλλιά του είναι ανακατωμένα και πραγματικά δεν μοιάζει να’ναι στα κέφια

του) Περίμενε! (Ξεκλειδώνει) Μην

μπεις αμέσως! (απλώνει και πάλι γρήγορα και ξανασκεπάζεται με την

κουβέρτα μέχρι επάνω, όπως και πριν) Τώρα, έλα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, μπαίνοντας: Καλημέρα, Ζαν!

ΖΑΝ, πάντα στο κρεβάτι: Τι ώρα είναι; Δεν πήγες σήμερα στο γραφείο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να… δηλαδή… κι εσύ κοιμάσαι, δεν πήγες ούτε εσύ στο γραφείο

σου! Με συγχωρείς, μήπως σ’ ενοχλώ;

ΖΑΝ, πάντα με την πλάτη γυρισμένη στον Μπερανζέ: Τι περίεργο… δεν

γνώρισα τη φωνή σου…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ το ίδιο, δεν γνώρισα τη δική σου… μήπως…

ΖΑΝ, πάντα πλάτη: Δεν κάθεσαι…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είσαι άρρωστος; (Ο Ζαν απαντάει μ’ ένα μουγκρητό) Ξέρεις, Ζαν,

ήταν μεγάλη μου κουταμάρα να χαλάσουμε τις καρδιές μας για εκείνη… την

ασήμαντη ιστορία…

ΖΑΝ: Ποια ιστορία;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να, θέλω να πω… για χθες…

ΖΑΝ: Χθες; Πότε χθες και πού;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, το ξέχασες; Δεν λογοφέραμε για κείνο το ρινόκερο… τον

άτυχο ρινόκερο!

ΖΑΝ: Ποιο ρινόκερο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ρινόκερο, ντε… ή, πιο σωστά, εκείνους τους κακόμοιρους

ρινόκερους που είδαμε χτες το μεσημ…

ΖΑΝ: Α! ναι, τώρα θυμήθηκα… Ποιος σου είπε ότι εκείνοι οι δύο ρινόκεροι

ήταν κακομοίρηδες;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε, να… τρόπος του λέγειν.

ΖΑΝ: Καλά καλά… περασμένα ξεχασμένα.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λοιπόν, έχεις πολύ μεγάλη καρδιά!

ΖΑΝ: Και… τι βγαίνει;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, θα’θελα να σου πω, το μετάνιωσα που σου μίλησα τόσο

απότομα. Όταν θυμώνω, χωρίς να το καταλάβω, πεισματώνω σαν γαϊδούρι…

παρασύρομαι, με πιάνει κάτι σαν μανία… Αλήθεια σου λέω… ναι… φέρθηκα

πολύ ανόητα…

ΖΑΝ: Δεν ήταν η πρώτη φορά… σε ξέρω…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πρέπει να με συγχωρέσεις…

ΖΑΝ: Τώρα δεν νιώθω και τόσο καλά. (Βήχει)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στεναχωρήθηκες, έτσι; Είμαι σίγουρος, γι’ αυτό και έμεινες

σήμερα στο κρεβάτι. (Αλλάζοντας τόνο) Αλλά, ξέρεις Ζαν, τελικά είχαμε κι οι

δυο μας δίκιο!

ΖΑΝ: Για ποιο ζήτημα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα για το ίδιο… το ίδιο ζήτημα… με συγχωρείς που και πάλι στο

ξαναθυμίζω, αλλά, στο υπόσχομαι δεν Θα σε κουράσω για πολύ… Θέλω μονάχα

να σου πω, αγαπητέ μου φίλε, πως ο καθένας μας από τη δική του σκοπιά… να,

πως είχαμε και οι δύο δίκιο… Τα πάντα ξεκαθάρισαν τώρα… Στην πόλη μας

υπάρχουν ρινόκεροι με δύο κέρατα, όπως και ρινόκεροι με ένα κέρατο.

ΖΑΝ: Αυτό δεν σου ‘λεγα; Τι να γίνει, τόσο το χειρότερο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σωστά, τόσο το χειρότερο!

ΖΑΝ: Ή τόσο το καλύτερο… όπως το πάρεις…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Από πού, άραγε, να μας έρχονται οι πρώτοι και α πού να

κατάγονται οι δεύτεροι; Και τ’ αντίθετο, από πού να έρχονται οι δεύτεροι κι

από πού να κατάγονται οι πρώτοι; Κατά βάθος, δεν έχει και τόσο μεγάλη

σημασία… Στην πραγματικότητα, αυτό που για μένα έχει την πιο μεγάλη

σημασία είναι πως οι ρινόκεροι υπάρχουν, γιατί ξέρεις…

ΖΑΝ, γυρίζει και κάθεται στο ξέστρωτο κρεβάτι κοιτάζοντας τον Μπερανζέ:

Δεν είμαι καθόλου καλά… καθόλου καλά…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ λυπάμαι γι’ αυτό… Μα, τι ακριβώς αισθάνεσαι;

ΖΑΝ: Μακάρι να’ξερα… μια δυσφορία… κάτι σαν δύσπνοια.. μια δυσφορία…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Νιώθεις αδυναμία, κομμάρες;

ΖΑΝ: Κομμάρες; Κάθε άλλο… Το αντίθετο, νιώθω, σαν κάτι να βράζει μέσα

μου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θέλω να πω… μια αδυναμία της στιγμής… Αυτο όλοι μας το

παθαίνουμε!

ΖΑΝ: Εγώ δεν το παθαίνω ποτέ…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τότε ίσως να νιώθεις έτσι από υπερβολική υγεία… Μεγάλη

ζωτικότητα και καύση… Κι αυτό μας βλάφτει καμιά φορά… Χαλάει την

ισορροπία στο νευρικό σύστημα.

ΖΑΝ: Το νευρικό μου σύστημα είναι τέλειο. (Η φωνή του Ζαν γίνεται όλο και

πιο βραχνή) Δεν είχα ποτέ πρόβλημα υγείας, ούτε στο μυαλό ούτε στο κορμί…

Από πλευρά κληρονομικότητας… ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, κανείς δεν είπε το

αντίθετο… Ίσως ν’ άρπαξες καμιά ελαφριά γριπούλα… Έχεις πυρετό;

ΖΑΝ: Δεν ξέρω… Μάλλον θα πρέπει να’χω λίγο πυρετό… Και πονοκέφαλο…

πονοκέφαλο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λίγη ημικρανία, ε; Τότε… ίσως είναι καλύτερα να πηγαίνω.

ΖΑΝ: Όχι, μπορείς να μείνεις, δεν με ενοχλείς.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε ακούω και βραχνιασμένο!

ΖΑΝ: Βραχνιασμένο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, κάπως βραχνιασμένο, γι’ αυτό πριν λίγο δεν γνώρισα τη

φωνή σου!

ΖΑΝ: Εγώ βραχνιασμένος, πώς σου’ρθε; Κάθε άλλο. Ούτε και νομίζω ότι έχει

αλλάξει η φωνή μου. Μάλλον τη δική σου βρίσκω αλλαγμένη.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τη δική μου;

ΖΑΝ: Μάλιστα, τη δική σου, γιατί ν’ αλλάξει η δική μου κι όχι η δική σου;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τίποτα δεν αποκλείεται, αν και δεν το πρόσεξα.

ΖΑΝ: Και τι προσέχεις εσύ; Τι κατάλαβες μέχρι σήμερα για να καταλάβεις κι

αυτό… (Ακουμπά με το χέρι το μέτωπό του) Πιο σωστά, αυτό που με πονάει

τρομερά είναι το μέτωπό μου… Σίγουρα κάπου θα το χτύπησα… (Η φωνή του

έχει γίνει ακόμα πιο τραχιά)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αν μου επιτρέπεις… πότε το χτύπησες;

ΖΑΝ: Δεν ξέρω… δεν θυμάμαι.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα θα πρέπει να το βρόντηξες πολύ… να πονέσες…

ΖΑΝ: Ίσως να το χτύπησα στον ύπνο μου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αδύνατον, με το χτύπημα θα ξύπναγες. Σίγουρα κάτι θα είδες. Θα

είδες κάποιο όνειρο στον ύπνο σου, ότι χτύπησες και…

ΖΑΝ: Δεν βλέπω ποτέ μου όνειρα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, συνεχίζει: Το πιο πιθανό, να σ’ έπιασε πονοκέφαλος την ώρα που

κοιμόσουνα και έτσι να ξέχασες το όνειρο που έβλεπες, ή μάλλον δεν το

ξέχασες, αλλά το όνειρο θα κρύφτηκε στο υποσυνείδητό σου.

ΖΑΝ: Υποσυνείδητο εγώ; Τιθασεύω με απόλυτη συνείδηση τη σκέψη μου… Ποτέ

δεν επιτρέπω στον εαυτό μου μπλεξίματα με τον παραλογισμό του

υποσυνείδητου. Προχωρώ… Προχωρώ πάντα ίσια μπροστά. Ποτέ μου δεν

παραπαίω.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό το ξέρω… Ίσως να μην εκφράστηκα σωστά…

ΖΑΝ: Τότε, γίνε πιο ξεκάθαρος. Δεν υπάρχει λόγος να με βομβαρδίζεις

συνεχώς με δυσάρεστα πράγματα…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να, όταν μας πιάνει πονοκέφαλος, σκεφτόμαστε, άθελα μας

δηλαδή, ότι κάπου χτυπήσαμε. (Πλησιάζοντας τον Ζαν) Αλλά, αν είχες

χτυπήσει, θα ‘χες πετάξει κανένα καρούμπαλο… (Κοιτάζοντας τον Ζαν) Για

στάσου… νάτο… νάτο… καρουμπαλάκι, έχεις ένα μικρό καρούμπαλο…

ΖΑΝ: Καρούμπαλο;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ένα τόσο δα καρουμπαλάκι…

ΖΑΝ: Πού;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εδώ… να, βλέπεις… φουσκώνει λίγο πιο πάνω από τη μύτη σου!

ΖΑΝ: Εγώ καρούμπαλο; Αποκλείεται! Στην οικογένειά μας ποτέ δεν

φυτρώνουνε καρουμπαλάκια!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πού έχεις έναν καθρέφτη;

ΖΑΝ: Α!… άλλο ξαφνικό (ψαχουλεύει το μέτωπό του) Πρωινή κεραμίδα! Ναι!

Σαν κάτι να φυτρώνει. Πάω στο μπάνιο να δω… (Τινάζεται απότομα και τρέχει

στο μπάνιο ενώ ο Μπερανζέ του παρακολουθεί με το βλέμμα. Ακούγεται η

φωνή του) Έχεις δίκιο. Έίναι καρούμπαλο… Που να πάρει, βγάζω καρούμπαλο…

(Ξαναγυρίζει, έχει χλομιάσει τρομαχτικά.. ένα χρώμα πρασινοκίτρινο) Τι σου

‘λεγα; Τι σου ‘λεγα; Κάπου Θα πρέπει να βροντήχτηκα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις πολύ άσχημο χρώμα… έγινες ξαφνικά πρασινοκίτρινος…

ΖΑΝ: Βαλτός είσαι; Σε διασκεδάζει να μου λες όλο δυσάρεστα. Εσύ

κοιτάχτηκες στον καθρέφτη;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με συγχωρείς, δεν θέλω να σου γίνομαι ενοχλητικός, αλλά…

ΖΑΝ, πολύ νευριασμένος: Αλλά δεν κάνεις και τίποτ’ άλλο.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ φταίω; Να, η αναπνοή σου… ανασαίνεις και είναι σαν να

μουγκρίζεις.. Σε πονάει ο λαιμός σου; (Πηγαίνει και κάθεται στο κρεβάτι,

δίπλα στον Ζαν) Γιατί δεν μου λες, σε

πονάει ο λαιμός σου; Ίσως να έπαθες ψύξη στο λάρυγγα!

ΖΑΝ: Τρελάθηκες τελείως; Γιατί, σώνει και καλά, πρέπει να’παθα ψύξη στο

λάρυγγα;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα δεν είναι καμιά ντροπή να πάθεις ψύξη τον λάρυγγος. Κι εγώ

το παθαίνω και αρκετά συχνά μάλιστα… Μπορώ να μετρήσω το σφυγμό σου;

(Αλλάζει θέση και πιάνει το σφυγμό

του Ζαν)

ΖΑΝ, με φωνή ακόμα πιο τραχιά και βραχνή: Ω… δεν είναι τίποτα… Θα μου

περάσει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο σφυγμός σου είναι πολύ κανονικός. Κανένας λόγος ν’

ανησυχείς!

ΖΑΝ: Ν’ ανησυχώ; Για ποιο πράγμα ν’ ανησυχώ; Δεν ανησυχώ καθόλου!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ σωστά… Θα ξεκουραστείς λίγες μέρες και θα γίνεις

περδίκι.

ΖΑΝ: Ξεκούραση θα κοιτάξω τώρα. Δεν έχω καιρό… Πρέπει να βγω έξω, να δω

τι θα φάω.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αφού έχεις όρεξη, δεν είναι κάτι σοβαρό. Πάντως, εγώ θα σε

συμβούλευα να ξεκουραστείς λίγες μέρες. Το βρίσκω πιο φρόνιμο… Φώναξες

κανένα γιατρό;

ΖΑΝ: Γιατρό; Τι να τον χάνω το γιατρό;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, θα’πρεπε να σε δει ένας γιατρός για να…

ΖΑΝ: Άντε παράτα με! Σώνει και καλά να μου κουβαληθεί γιατρός. Αφού σου

λέω, δεν θέλω γιατρό… αχρείαστος να’ναι. Θα φροντίσω μόνος μου τον εαυτό

μου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις άδικο, ένας γιατρός είναι πάντα χρήσιμος!

ΖΑΝ: Ξέρω, ξέρω… σου ξεφουρνίζει αρρώστιες που δεν υπάρχουν..

ΜΙΕΡΑΝΖΕ: Το κάνουν για το καλό μας. Η χαρά τους είναι γιατρεύουνε τους

ανθρώπους…

ΖΑΝ: Εφευρίσκουν αρρώστιες, σου λέω… τις εφευρίσκουν.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάω πάσο… πάντως, ακόμα καί αν τις εφευρίσκουν, τις

θεραπεύουν!

ΖΑΝ: Εγώ, μόνο σε κτηνίατρους έχω εμπιστοσύνη! ¹

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, πιάνει και πάλι το χέρι του Ζαν: Σαν να πρήζονται οι φλέβες

σου… Το πρόσεξες; Φούσκωσαν περίεργα…

ΖΑΝ: Αυτό είναι δείγμα δύναμης…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν λέω το αντίθετο… δείγμα δύναμης και υγείας… Παρ’ όλ’

αυτά… (Κοιτάζει με προσοχή το χέρι του Ζαν, που το τραβάει δύσπιστα μέχρι

που στο τέλος το κρυβει απότομα πίσω του)

ΖΑΝ: Τι μανία σ’ έπιασε να με ψαχουλεύεις, σαν να είμαι κανένα

εξωπραγματικό ζώο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το δέρμα σου…

ΖΑΝ: Το χρώμα μου, ο σφυγμός μου, οι φλέβες μου, το δέρμα μου… με

παρασκότισες, το ξέρεις; Τι σε νοιάζει εσένα για το δέρμα μου, εγώ

ασχολούμαι με το δικό σου;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα το δέρμα σου αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς χρώμα. Θα ‘λεγες ότι

έγινε χαλκοπράσινο… (πάει να ξαναπιάσει το χέρι του Ζαν) και σκληραίνει!

ΖΑΝ, τραβάει και πάλι το χέρι του πίσω: Σταμάτα να με πασπατεύεις,

κατάντησες στενός κορσές. Σε πασπατεύω εγώ; Ωχ, χριστιανέ μου. Μ’ έπρηξες,

το κατάλαβες;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον εαυτό του: Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό απ’ ό,τι νόμιζα στην

αρχή… (Στον Ζαν) Άκου, πρέπει απαραιτήτως να φωνάξουμε γιατρό…

(Προχωρεί προς το τηλέφωνο)

ΖΑΝ: Μακριά απ’ το τηλέφωνο… (Ορμάει στον Μπερανζέ και τον σπρώχνει,

έτσι, που παραλίγο να τον πετάξει κάτω) Μην ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε

σπέρνουνε… τσιμπούρι…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλά καλά… μην εξάπτεσαι, εγώ, είπα να τηλεφωνήσω για το

καλό σου.

ΖΑΝ, βήχοντας και αναπνέοντας πολύ βαριά: Ξέρω… ξέρω το καλό μου πολύ

καλύτερα από σένα…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα… έχεις πρόβλημα, αναπνέεις δύσκολα…

ΖΑΝ: Ο καθένας αναπνέει όπως μπορεί, κι εγώ όπως μ’ αρέσει. Πολύ που

σκοτίστηκα αν δεν σ’ αρέσει η αναπνοή μου… Και μένα δεν μ’ αρέσει η δική

σου… Αναπνέεις σαν ξεψυχισμένος, μόλις και ακούγεσαι, λες και τα μαζεύεις

για να βρεθείς μια ώρα αρχίτερα στον άλλο κόσμο!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ δεν είπα ποτέ ότι έχω τη δική σου δύναμη!

ΖΑΝ: Σε έστειλα εγώ σε γιατρό για να τονώσεις τον οργανισμό σου; Δεν σ’

έστειλα… Ο καθένας βολεύεται όπως του καπνίζει!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε παρακαλώ, μη θυμώνεις, το ξέρεις ότι εγώ είμαι φίλος σου.

ΖΑΝ: Φιλίες! Κουραφέξαλα και πράσινα άλογα… Δεν πιστεύω στη φιλία σου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα με θίγεις…

ΕΑΝ: Πολύ εύκολα θίγεσαι!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αγαπητέ μου, φίλε μου Ζαν…

ΖΑΝ: Δεν είμαι ο αγαπητός σου Ζαν, ούτε φίλος σου.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ μισάνθρωπος έγινες σήμερα!

ΖΑΝ: Ναι, έγινα μισάνθρωπος, μισάνθρωπος, μισάνθρωπος, μ’ αρέσει να’μαι

μισάνθρωπος, εσύ τι θέλεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κατάλαβα… σίγουρα είσαι ακόμα θυμωμένος μαζί μου. Δεν

ξέχασες το χτεσινό ανόητο καυγαδάκι μας. Εγώ έφταιγα, το δέχομαι. Γι’ αυτό

ήρθα σήμερα να σου γυρέψω συγγνώμη..

ΖΑΝ: Για ποιο καυγαδάκι μιλάς;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα πριν από λίγο δεν σόυ έλεγα, ξέρεις τώρα… για το ρινόκερο

που…

ΖΑΝ, χωρίς ν’ ακούει τι λέει ο Μπερανζέ: Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω τίποτα

με τους ανθρώπους, μου ειναι αδιαφοροι… ή, το πολύ πολύ, με αηδιάζουν…

φτάνει μόνο να μην μπερδεύονται στα πόδια μου, γιατί τότε είμαι άξιος να

τους ποδοπατήσω.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρεις πολύ χαλά ότι δεν σκοπεύω να μπερδευτώ στα πόδια

σου.

ΖΑΝ: Εγώ έχω σκοπούς στη ζωή… Θα χυμήξω, θα τους αρπάξω και…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ σωστά, αυτό πρέπει να χάνεις… πάντως, έχω την εντύπωση

ότι τελευταίως περνάς μια μικρή ηθική χρίση… (Εδώ και λίγη ώρα ο Ζαν πάει

κι έρχεται από τοίχο σε τοίχο, σαν ένα θηρίο κλεισμένο σε κλουβί. Ο Μπερανζέ

τρέχει από πίσω του για να τον ηρεμήσει και συχνά παραμερίζει για να τον

αποφύγει. Η φωνή του Ζαν γίνεται, συνεχώς, όλο και πιο τραχιά)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μην εκνευρίζεσαι, σε παρακαλώ, μην εκνευρίζεσαι. Σου κάνει

κακό…

ΖΑΝ: Αυτά τα ρούχα… το πόσο με ενοχλούν δεν λέγεται… ούφφ… κι αυτή την

πιτζάμα, δεν την αντέχω. (Ανοιγοκλείνει σακάκι της πιτζάμας του)

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θεέ και Κύριε. Το δέρμα σου, το δέρμα σου!

ΖΑΝ: Πάλι τα’βαλες με το δέρμα μου; Ε!… δικό μου είναι, δε γύρεψα να το

αλλάξω με το δικό σου… Μόνο αυτό μου έλειπε…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα… πώς έγινε έτσι… σαν πετσί…

ΖΑΝ: Το πετσί είναι πιο ανθεκτικό… Αντέχει σ’ όλες τις καιρικές συνθήκες!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πρασινίζεις όλο και περισσότερο!

ΖΑΝ: Μπα που να σκάσεις. Μανία καταδιώξεως σε έπιασε σήμερα με τα

χρώματα… σίγουρα, για να βλέπεις συνεχώς οράματα, θα τα κοπάνισες πάλι…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χτες είχα πιει, το παραδέχομαι, αλλά σήμερα ούτε σταγόνα..

ΖΑΝ: Με τα όργια που έκανες στο παρελθόν, το αποτέλεσμα, φυσικά,

συνεχίζεται.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σου υποσχέθηκα ότι θα διορθωθώ, και ξέρεις πολύ καλά ότι

ακούω τις συμβουλές που μου δίνει ένας καλός φίλος σαν και σένα. Δεν το

θεωρώ ταπεινωτικό. Το αντίθετο μάλιστα.

ΖΑΝ: Στα παλιά μου τα παπούτσια τι θεωρείς… Μπρ… μπρρ… μπρρρρρρ!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι είπες;

ΖΑΝ: Δεν είπα τίποτα… έχανα μόνο μπρρρ… Και το βρίσκω πολύ

διασκεδαστικό…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, κοιτάζοντας τον Ζαν στα μάτια: Τον θυμάσαι τον Βοδάρ; Ξέρεις

τι έπαθε; Έγινε ρινόκερος!

ΖΑΝ: Τι έγινε ο Βοδάρ;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ρινόκερος!

ΖΑΝ, αερίζεται, ανοιγοκλείνοντας την πιτζάμα του: Μπρρρρ.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έλα, σταμάτησε τις σαχλαμάρες… Πώς αερίζεσαι έτσι;

ΖΑΝ: Άει παράτα με. Θα αερίζομαι όπως μ’ αρέσει. Είμαι σπίτι μου κι έχω κάθε

δικαίωμα!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ δεν είπα το αντίθετο!

ΖΑΝ: Ευτυχώς, γιατί… Δεν σηκώνω αντιρρήσεις… Τη ζέστη είναι αυτή…

μπρρρρ… Έσκασα… σκάω από τη ζέστη… Μπρρρρ… πάω να δροσιστώ λιγάκι…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ενώ ο Ζαν ορμάει στο μπάνιο: Είναι από τον… (Ο Ζαν είναι στο

μπάνιο. Τον ακούμε να ξεφυσάει τρομαχτικά όπως ακούμε και το νερό που

τρέχει από τη βρύση)

ΖΑΝ, από το μπάνιο: Μπρρρρρ…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχει ρίγη… λοιπόν, θέλει δεν θέλει θα τηλεφωνήσω στο γιατρό…

(Προχωρεί και πάλι προς το τηλέφωνο, σταματάει απότομα όταν ακούει τη

φωνή του Ζαν από το μπάνιο)

ΖΑΝ: Ώστε έτσι, ε; Ο φιλαράκος μας ο Βοδάρ έγινε ρινόκερος. Χα! Χρόνια είχα

να γελάσω έτσι! Σας την έφερε μια χαρά. Ασφαλώς θα μασκαρεύτηκε. (Βγάζει

το κεφάλι του από το άνοιγμα της πόρτας του μπάνιου. Είναι καταπράσινος

και το καρούμπαλο έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο) Αυτό είναι…

Μασκαρεύτηκε!… .

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, κάνοντας βόλτες στο δωμάτιο χωρίς να κοιτάζει τον Ζαν: Σε

βεβαιώνω, πρόκειται για κάτι πάρα πολύ σοβαρό…

ΖΑΝ: Μπα; Σοβαρό ξεσοβαρό, λογαριασμός δικός του!

ΜΠΕΡΑΝΖΕ, γυρίζει προς τη μεριά του Ζαν, αλλά εκείνος μπαίνει στο μπάνιο:

Δεν νομίζω να μασκαρεύτηκε επίτηδες, η αλλαγή συντελέστηκε χωρίς τη

θέλησή του.

ΖΑΝ, από το μπάνιο: Εσύ πού το ξέρεις;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τουλάχιστον, κάτι τέτοιο υποθέσαμε όλοι!

ΖΑΝ: Κι αν το έκανε επίτηδες; Ρωτάω, αν το έκανε με τη θέλησή του;

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα το ‘βρισκα πολύ περίεργο… Κι άλλωστε, η κα Βοδάρ έπεσε

από τα σύννεφα… η κακομοίρα δεν είχε ιδέα…

ΖΑΝ, με πολύ βραχνιασμένη φωνή: Χα! Χα! Χα! Τη χοντρή μας την κυρία

Βοδάρ… Μα αυτή είναι διανοητικώς καθυστερημένη…

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν ξέρω αν είναι καθυστερημένη, αλλά…

ΖΑΝ, ξαναγυρίζει βιαστικά στο δωμάτιο, βγάζει το σακάκι της πιτζάμας του

και το πετάει στο κρεβάτι. Ο Μπερανζέ γυρίζει το κεφάλι του διακριτικά

αλλού. Ο Ζαν με το στήθος και την πλάτη πράσινη ξαναμπαίνει στο μπάνιο. Σ’

αυτό το διάστημα: Ο Βοδάρ δεν έλεγε ποτέ τα σχέδιά του στη γυναίκα του..

Σ.Σ. ¹ Μπορεί να γίνεται ρινόκερος, μα, τις αλήθειες τις λέει ακόμη.

Επόμενο την άλλη Δευτέρα 8/11/2010

Advertisements