Ευγένιος Ιονέσκο «Ρινόκερος»

Albrecht Durer (1471-1528) Rhinokeros 1515 Ξυλογραφία

Σήμερα κάπως ξεχωριστό το άρθρο.

Λίγο μουσικό, λίγο βιογραφικό και περισσότερο λογοτεχνικό.

Παρουσίαση του Ρινόκερου(1959), του Ευγένιου Ιονέσκο (1909-1994).

Ένα συμβολικό έργο, σχόλιο του συγγραφέα, για την προσαρμογή της Γερμανικής κοινωνίας στην άνοδο του ναζισμού.

Επίκαιρο το θέμα, αν παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις της σημερινής κοινωνίας στις καινούριες προκλήσεις των καιρών. Μετανάστες, Τσιγγάνοι, Καταναλωτές, ψηφοφόροι, συνειδητοποιημένοι πολίτες της γής, συντηρητισμός.

Αναμφίβολα μια μουδιασμένη κοινωνία, παγκοσμίως και ανίκανη να διαχειριστεί τον εαυτό της, κινδυνεύοντας να συνθλιβεί κάτω από το βάρος των επιλογών της.

Το έργο, θα παρουσιαστεί σε συνέχειες, ενώ η μουσική που θα πλαισιώσει το κείμενο, θα είναι το violin concerto του Philippe Glass (1937)

Philippe Glass violin concerto 1mvt

Ο ΡΙΝΟΚΕΡΟΣ ¹
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ
ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ
ΖΑΝ
ΜΠΕΡΑΝΖΕ
ΓΚΑΡΣΟΝΑ
ΜΠΑΚΑΛΗΣ
ΓΕΡΑΚΟΣ
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
ΚΑΦΕΤΖΗΣ
ΝΤΕΖΗ
ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΠΙΓΙΟΝ
ΝΤΙΝΤΑΡ
ΜΠΟΤΑΡ
Κα ΒΟΔΑΡ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ
Η γυναίκα Γεράκου
Πολλά κεφάλια ρινόκερων
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Πλατεία σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Στο βάθος, ένα σπιτόπουλο με ισόγειο και έναν
όροφο. Το ισόγειο δείχνει πως πρόκειται για μπακάλικο. Η είσοδός του είναι τζαμωτή, με δυο
τρία σκαλοπάτια. Πάνω από την τζαμαρία υπάρχει μια ταμπέλα που γράφει πεντακάθαρα
«Παντοπωλείο». Στο πρώτο πάτωμα δυο παράθυρα. Είναι τα παράθυρα του σπιτιού του
Μπακάλη. Το μπακάλικο βρίσκεται, λοιπόν, στην άκρη της σκηνής, προς τ” αριστερά, κοντά
στα παρασκήνια. Πάνω από το σπίτι διαγράφεται το καμπαναριό μιας εκκλησίας, κάπως
απομακρυσμένης. Ανάμεσα στο μπακάλικο και στη δεξιά μεριά ξεκινάει ένα μικρό δρομάκι.
Στα δεξιά, λίγο πλάγια, η πρόσοψη ενός καφενείου. Το καφενείο διαθέτει και πρώτον όροφο, με
ένα παράθυρο. Μπροστά, στο φαρδύ πλακόστρωτο του καφενείου, αρκετά τραπεζάκια με
καρέκλες που φτάνουν μέχρι τα μισά της σκηνής. Ανάμεσά τους ένα γερασμένο,
κακομοιριασμένο δέντρο. Γαλάζιος ουρανός, εκτυφλωτικό φως, τοίχοι κάτασπροι.
Κυριακή. Σχεδόν μεσημέρι μιας καλοκαιριάτικης μέρας. Ο Ζαν και ο Μπερανζέ θα
καθήσουν αργότερα σε ένα από τα τραπέζια. Πριν απ” το άνοιγμα της αυλαίας ακούγονται
καμπάνες, που σταματάνε σε λίγα λεπτά. Όπως ανοίγει αυλαία, μια γυναίκα, με ένα άδειο καλάθι
για ψώνια στο ένα μπράτσο, και με ένα γάτο στο άλλο της χέρι, διασχίζει σιωπηλά τη σκηνή απ” τα
δεξιά προς τ” αριστερά. Στο πέρασμά της, η Μπακάλισσσα ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού της και την
παρακολουθεί με το βλέμμα.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Μάλιστα! Την είδες την ξιπασμένη! (Στον άντρα της που είναι
μέσα στο μαγαζί). Μου τρέχει στα Σούπερ Μάρκετ! Δεν καταδέχεται πια να
ψωνίσει απ” το κουτσομάγαζό μας!
(Η Μπακάλισσα ξαναμπαίνει στο μαγαζί και η σκηνή μένει για λίγα
δευτερόλεπτα άδεια. Από τα δεξιά προχωρεί ο Ζαν και συγχρόνως, από τ’
αριστερά, ο Μπερανζέ. Ο Ζαν είναι ντυμένος με ιδιαίτερη φροντίδα: καφέ
κοστούμι, κόκκινη γραβάτα, ημίσκληρο κολάρο, καπέλο ασορτί. Το πρόσωπο
είναι λίγο ηλιοκαμένο. Παπούτσια καναρινιά, γυαλισμένα στην τρίχα. Ο
Μπερανζέ είναι αξύριστος, χωρίς καπέλο, με μαλλιά που ανεμίζουνε και ρούχα
στραπατσαρισμένα. Μια εμφάνιση λίγο μποέμ και ατημέλητη. Δείχνει
κουρασμένος, νυσταγμένος, και κάθε λίγο και λιγάκι χασμουριέται)
ΖΑΝ, όπως προχωρεί από δεξιά: Επιτέλους τον βρήκες το δρόμο, Μπερανζέ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως προχωρεί από αριστερά: Καλημέρα σου, Ζαν!
ΖΑΝ: Όπως πάντοτε, με το πάσο σου (κοιτάζει το ρολόι του χεριού του) Είχαμε
πει εντεκάμιση και κοντεύει μεσημέρι.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ζητώ συγγνώμη. Περιμένεις πολύ ώρα;
ΖΑΝ: Όχι δα, σε ξέρω. Μόλις τώρα ήρθα. (Κάθονται σ” ένα τραπεζάκι του
καφενείου)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ωραία, να μη με τρώνε και μένα τύψεις, αφού κι εσύ…
ΖΑΝ: Να σε φάνε και τύψεις και μαμούνια. Το ξέρεις ότι δεν μ” αρέσει να
περιμένω κι ούτε έχω καιρό για χάσιμο. Σ” έμαθα πια. Ποτέ δεν έρχεσαι στην
ώρα σου. Δεν είμαι κορόιδο λοιπόν, έρχομαι κι εγώ τη στιγμή που λογαριάζω
ότι θα “χω την ευτυχία να σε βρω.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις δίκιο, δεν λέω… αλλά…
ΖΑΝ: Τι αλλά και ξεαλλά… Θες τώρα να με πείσεις ότι έρχεσαι στην ώρα σου;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ;… ποτέ δεν θα ισχυριζόμουνα κάτι τέτοιο. (κάθονται)
ΖΑΝ: Μόνο αυτό σού “λειπε!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι θα πιεις;
ΖΑΝ: Να πιω; Από τα χαράματα σ” έπιασε δίψα εσένα;
ΜΙΙΕΡΑΝΖΕ: Κάνει τόση ζέστη, ξεράθηκαν τα πάντα.
ΖΑΝ: Μια λαϊκή σοφία λέει, «όσο πιο πολύ πίνεις τόσο περισσότερο διψάς»
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αν η λαϊκή σοφία φρόντιζε να μαζέψει μερικά επιστημονικά
συννεφάκια στον ουρανό, θα “κανε λιγότερη ζέστη και, κατά συνέπεια, Θα
διψάγαμε και λιγότερο.
ΖΑΝ, κοιτάζοντας τον Μπερανζέ δύσπιστα: Τα επιστημονικά συννεφάκια σε
μαράνανε! Έλα τώρα, δεν είναι το νεράκι που θα σε ξεδιψάσει, αγαπητέ μου
Μπερανζέ…
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δηλαδή, τι υπαινίσσεσαι, αγαπητέ μου Ζαν;
ΖΑΝ: Ξέρεις πολύ καλά. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Το λαρυγγάκι σου
πάσχει από ξηρασία! Το λαρύγγι σου που μοιάζει με ακόρεστη διψασμένη γη.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βρίσκω ότι η σύγκριση που κάνεις…
ΖΑΝ, τον διακόπτει: Μα επιτέλους, δεν βλέπεις την κατάντια σου, χνθρωπέ
μου!
ΜΙΙΙΕΡΑΝΖΕ: Την κατάντια μου; Πού τη βλέπεις εσύ;
ΖΑΝ: Για στραβό με περνάς; Εσύ κοντεύεις να σωριαστείς κάτω από την
κούραση. Ποιος ξέρει πού οργίαζες πάλι όλη νύχτα. Δεν σταματάς να
χασμουριέσαι, κουτουλάς από νύστα και…
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, με πονάει λίγο το κεφάλι μου!
ΖΑΝ: Βρομοκοπάς κρασίλα.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν έχεις άδικο. Είναι αλήθεια, με πονάει και λίγο ο λαιμός μου.
ΖΑΝ: Κάθε Κυριακή πρωί, τα ίδια Παντελάκι μου τα ίδια Παντελή μου. Τώρα,
μεταξύ μας, και τις άλλες μέρες της βδομάδας δεν πάμε πίσω.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Διαμαρτύρομαι. Μέσα στη βδομάδα δεν συμβαίνει τόσο συχνά. Ας
όψεται το γραφείο!
ΖΑΝ: Ορίστε, και χωρίς γραβάτα! Πού την έχασες; Την έσπειρες στις
ακολασίες σου;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, βάζει το χέρι του στο λαιμό του: Για κοίτα, είναι αστείο, δεν
φοράω γραβάτα τι να την έκανα άραγε;
ΖΑΝ: Εμένα ρωτάς! (Βγάζει από την τσέπη του μια γραβάτα) Να, φόρεσε
αυτήν εδώ.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σ” ευχαριστώ. Με υποχρεώνεις αφάνταστα! (Δένει τη γραβάτα
στο λαιμό του)
ΖΑΝ, όπως ο Μπερανζέ δένει τη γραβάτα με ευδαιμονία: Κοίτα τα μαλλιά σου,
σαν Δράκουλας είσαι. (Ο Μπερανζέ συμμαζεύει με τα δάχτυλα τα μαλλιά του)
Πάρε τη χτένα μου, σε παρακαλώ. (Βγάζει από την τσέπη του μια τσατσάρα)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, όπως παίρνει την τσατσάρα: Ευχαριστώ. (Χτενίζεται αδιάφορα)
ΖΑΝ: Είσαι και αξύριστος. Για δες τα χάλια σου! (Βγάζει ένα καθρεφτάκι από
τη μέσα τσέπη του σακακιού του και το δίνει στον Μπερανζέ, που το παίρνει,
κοιτάζεται, και εξετάζει τη γλώσσα του)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γλώσσα παπούτσι!
ΖΑΝ, παίρνοντας τον καθρέφτη και ξαναβάζοντάς τον στην τσέπη του: Μη
μου πεις, αλήθεια; (Παίρνει κα την τσατσάρα που του δίνει ο Μπερανζέ και τη
βάζει στην τσέπη του) Εσύ, ανθρωπάκο μου, θα πας από κίρρωση του ήπατος.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, ανήσυχα: Λες;
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ που πάει να του δώσει πίσω τη γραβάτα: Στη χαρίζω, από
γραβάτες… να φάνε κι οι κότες.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, με θαυμασμό: Εσύ ξέρεις να φροντίζεις τον εαυτό σου!
ΖΑΝ, συνεχίζει να κοιτάζει τον Μπερανζέ: Κοίτα ρούχα! Λες και βγήκανε απ’
τον κλίβανο. Αξιοθρήνητα. Και κοίτα πουκάμισο, μαύρο από τη βρόμα… Άσε
πια τα παπούτσια σου. (Ο Μπερανζέ προσπαθεί να κρύψει τα παπούτσια του
κάτω από το τραπέζι)
ΖΑΝ: Ούτε που σκέφτεσαι να τα γυαλίσεις καμιά φορά. Εξωφρενική
κατάσταση! Η πλάτη σου… φρίκη!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι έχει η πλάτη μου;
ΖΑΝ: Κάνε στροφή. Εμπρός. Στροφή, σου είπα. Σε ποιον τοίχο πήγες και
τρίφτηκες; (Ο Μπερανζέ κάνει μια νωχελική κίνηση προς τον Ζαν) Αυτό πια, ε,
όχι. Δεν θα κουβαλάω και βούρτσα μαζί μου, θα ξεχύλωναν οι τσέπες μου. (Ο
Μπερανζέ, πάντα το ίδιο νωχελικά, προσπαθεί να τινάξει τους ασβέστες από
το σακάκι του. Ο Ζαν τραβιέται πίσω) Ε.. σιγά… Μα, που κυλιόσουνα
τελοσπάντων, μου λές;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πού να θυμάμαι.
ΖΑΝ: Κατάντια! Αυτό λέγεται αξιοθρήνητη κατάντια. Ντρέπομαι που σε έχω
φίλο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλά τώρα, υπερβολές!
ΖΑΝ: Το λέω και το πιστεύω.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αφού το ξέρεις, Ζαν, μαραζώνω! Δεν ξεδίνω με τίποτα σ” αυτή
την πόλη. Η δουλειά που κάνω με καταπιέζει! Οχτώ ολόκληρες ώρες ρουτίνα
στο γραφείο, κάθε μέρα, κάθε μέρα! Τι να μου κάνουνε τρεις βδομαδούλες
διακοπές το καλοκαίρι. Έτσι, όταν έρχεται το Σάββατο νιώθω εξουθενωμένος.
Το καταλαβαίνεις, θέλω λίγο να ξεσκάσω και…
ΖΑΝ: Όλοι μας δουλεύουμε, ανθρωπάκο μου. Κι εγώ δουλεύω σαν όλο τον
κόσμο! Κι εγώ ζω τη ρουτίνα τον οχτάωρου στο γραφείο. Κι εγώ έχω τρεις
βδομάδες διακοπές το χρόνο. Κι όμως, ορίστε, με βλέπεις; Γιατί έχω θέληση,
που να με πάρει ο διάβολος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με λόγια… Δεν γίνεται να έχουν όλοι τη δική σου θέληση. Εγώ
δεν τα καταφέρνω. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να συμβιβαστώ με τη ζωή.
ΖΑΝ: Όλοι πρέπει να συμβιβάζονται. Εσύ γιατί δεν μπορείς; Είσαι κάτι το
ξεχωριστό;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν θέλω να πω αυτό, αλλά…
ΖΑΝ, τον διακόπτει: Έχω τα ίδια προσόντα με σένα, κι όχι πως θέλω να το
παινευτώ, αλλά πιστεύω ότι στέκομαι πολύ πιο πάνω από σένα. Ανώτερος
άνθρωπος είναι όποιος κάνει το καθήκον του.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιο καθήκον;
ΖΑΝ: Το καθήκον του… το καθήκον ενός υποδειγματικού υπαλλήλου, π.χ….
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μάλιστα… το καθήκον του υποδειγματικού υπαλλήλου!
ΖΑΝ: Και πού γλεντοκόπαγες χτες βράδυ, σε παρακαλώ; Θυμάσαι ή το
ξέχασες;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είχε τα γενέθλιά του ο Αυγουστής. Τον ξέρεις, ο φίλος μας ο
Αυγουστής.
ΖΑΝ: Ο φίλος μας ο Αυγουστής; Εμένα δεν με κάλεσε στα γενέθλιά του ο φίλος
μας ο Αυγουστής! (Εκείνη τη στιγμή ακούγονται από μακριά, που πλησιάζουν
όμως ολοένα, η ανάσα και τα ποδοβολητά ενός άγριου Θηρίου, όπως και ένα
άγριο μουγκρητό)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ, δεν μπόρεσα να το αποφύγω. Θα “ταν από μέρους μου
μεγάλη αγένεια.
ΖΑΝ: Εγώ, πώς δεν ήρθα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τι να σου πω; Ίσως, γιατί δεν σε κάλεσε.
ΓΚΑΡΣΟΝΑ, βγαίνοντας από το καφενείο: Καλημέρα, τι θα πάρουν οι κύριοι;
(Ο θόρυβος έχει γίνει τρομερός)
ΖΑΝ, ξεφωνίζει σχεδόν για να ακουστεί, χωρίς να συνειδητοποιεί απόλυτα τον
τρομαχτικό θόρυβο: Σωστά, σωστά. Εμένα δεν με κάλεσε. Δεν μου έκανε την
τιμή. Πάντως, σε πληροφορώ και να με καλούσε, δεν θα ερχόμούνα, γιατί… (Ο
θόρυβος έχει γίνει ακόμα πιο φοβερός)
ΖΑΝ: Μα τι συμβαίνει; (Το γρήγορο ποδοβολητό ενός δυνατού και μεγάλου
ζώου έχει πλησιάσει. Τώρα, ακούγεται ακόμα και το λαχάνιασμά του)
ΖΑΝ: Μα τι γίνεται;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ναι καλέ, τι γίνεται;
(Ο Μπερανζέ, πάντα αδιάφορος, χωρίς να δείχνει ότι ακούει το παραμικρό,
απαντάει με απάθεια στον Ζαν για ποιο λόγο δεν τον καλέσανε. Κουνάει τα
χείλη του, αλλά δεν ακούμε τι λέει. Ο Ζαν τινάζεται απότομα, αναποδογυρίζει
το κάθισμα και κοιτάζει προς την αριστερή κουίντα. Δείχνει τρέμοντας με το
δάχτυλο, ενώ ο Μπερανζέ, πάντα βαριεστημένα, παραμένει καθιστός)

Philippe Glass violin concerto 2mvt

Raffaello Sanzio (1483-1520), "Η Δημιουργία των Ζώων" (1518-1519) fresco

ΖΑΝ: Δεν είναι δυνατόν! Ένας ρινόκερος!
(Ο τρομερός θόρυβος του θηρίου απομακρύνεται το ίδιο γρήγορα, κι έτσι
τώρα μπορούμε ν” ακούσουμε το διάλογο. Η πιο κάτω σκηνή πρέπει να παιχτεί
πολύ γρήγορα)
ΖΑΝ, επαναλαμβάνει: Μα… ένας ρινόκερος.
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Καλέ! Ένας ρινόκερος.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, βγάζοντας το κεφάλι στην πόρτα του μαγαζιού της: Καλέ,
ρινόκερος! (Στον άντρα της που είναι στο μαγαζί) Τι κάθεσαι, τρέχα να δεις.
Ένας ρινόκερος. (Όλοι παρακολουθούν με το βλέμμα το θηρίο που καλπάζει
αριστερά)
ΖΑΝ: Αυτός ορμάει ακάθεκτος, Θα γκρεμίσει τα πάντα.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, μέσα από το μαγαζί: Πού είναι, πού είναι;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ, βάζει τα χέρια στη μέση της: Αυτό πια!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, στον άντρα της που είναι ακόμα μέσα: Τρέχα, χριστιανέ μου,
έλα, σου λέω…
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, την ίδια στιγμή βγάζει το κεφάλι του: Μπα! Ένας ρινόκερος.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, μπαίνει τρέχοντας από τ” αριστερά στη σκηνή: Ένας
ρινόκερος. Καλπάζει ακάθεκτος στο απέναντι πεζοδρόμιο.
(Όλες αυτές οι ατάκες, από τη στιγμή που λέει ο Ζαν «’Ενας ρινόκερος»,
λέγονται σχεδόν ταυτόχρονα. Ακούγεται το ξεφωνητό μιας γυναίκας, που
αμέσως παρουσιάζεται και τρέχει στο κέντρο της σκηνής. Είναι η Νοικοκυρά,
που βαστούσε το καλάθι. Μόλις φτάνει στη μέση της σκηνής, εκείνο της
πέφτει από το χέρι. Τα ψώνια σκορπίζονται, μια μπουκάλα σπάει. Η γυναίκα
κρατάει όμως το γάτο πάντα, σφιχτά, με το άλλο της χέρι)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Αχ! Τι άλλο θα δούνε τα μάτια μας!
(Ένας κομψός Γεράκος έρχεται τρέχοντας από τ” αριστερά, ακολουθώντας τη
Νοικοκυρά. Σπρώχνει τους πάντες και χώνεται στο μπακάλικο, ενώ ο
Σοφολογιότατος στηρίζεται στον τοίχο του βάθους, αριστερά από την πόρτα
του μαγαζιού. Ο Ζαν και η Γκαρσόνα είναι όρθιοι. Αντίθετα, ο Μπερανζέ είναι
πάντα καθισμένος και απαθής. Αυτοί αποτελούν μια άλλη ομάδα. Συγχρόνως,
ακούγονται από τα αριστερά και άλλα ξεφωνητά, όπως και τρομοκρατημένα
τρεχαλητά. Η σκόνη που έχει σηκώσει το θηρίο στο πέρασμά του πνίγει τη
σκηνή)
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, βγάζοντας το κεφάλι του από το παράθυρο στο πάνω πάτωμα του
καφενείου: Μου λέτε τι συμβαίνει;
ΓΕΡΑΚΟΣ, ενώ κρύβεται πίσω από τον Μπακάλη και την Μπακάλισσα: Εμένα
με συγχωρείτε! (Ο κομψός Γεράκος φοράει άσπρες γκέτες, τσόχινη
ρεμπούπλικα και κρατάει μπαστούνι με ελεφάντινη λαβή. Ο Σοφολογιότατος,
που έχει κολλήσει στον τοίχο, διαθέτει ένα μικρό γκρίζο μουστακάκι, γυαλιά
με κορδόνι και φοράει ένα ψάθινο καπελάκι)
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, όπως τη σπρώχνει, σπρώχνει και αυτή τον άντρα της, στον
κομψό Γεράκο: Πρόσεχε, χριστιανέ μου. Θα μου βγάλεις κάνα μάτι με το
μπαστούνι σου.
ΜΙΙΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν, αλλά λίγη προσοχή δεν βλάφτει, πώς να το
κάνουμε! (Τελικά ο Γεράκος κρύβεται πίσω τους και φαίνεται μόνο το κεφάλι
του)
ΓΚΑΡΣΟΝΑ, στο αφεντικό της: Είδατε, ένας ρινόκερος!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, από το παράθυρο, στην Γκαρσόνα: Τα μάτια σου κάνουνε
πουλάκια (Βλέπει το ρινόκερο) Δεν είναι δυνατόν…
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Ααααα! (Τα «ω!» και τα «α!» που ακούγονται από τα πρασκήνια,
δένονται σαν ένα δεύτερο ηχητικό εφέ στο «Αααα!» της Νοικοκυράς. Τα
ψώνια της πάντα σκορπισμένα και το μπουκάλι θρύψαλα, αλλά δεν σταματάει
να σφίγγει το γάτο στην αγκαλιά της)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Το φτωχό μου το γατάκι… πήρε τέτοια τρομάρα!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, κοιτάζοντας συνέχεια το θηρίο που τρέχει προς τ” αριστερά. Ο
θόρυβος που κάνει -μουγκρίσματα και ποδοβολητά- όλο και εξασθενίζουν. Ο
Μπερανζέ, νυσταγμένα, χωρίς να κάνει καν τον κόπο να μιλήσει, γυρίζει λίγο
το κεφάλι του, με ένα μικρό μορφασμό για να αποφύγει τη σκόνη: Αυτό πια,
από τ” άγραφα!
ΖΑΝ, όπως τραβιέται προς τα πίσω και αυτός, πολύ πιο έντονα: Αυτό πια, από
τ” άγραφα. (Φτερνίζεται)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στο κέντρο της σκηνής, κοιτάζοντας προς τ” αριστερά, τα
ψώνια πάντα σκορπισμένα γύρω της: Αυτό πια… από τ” άγραφα (Φτερνίζεται)
ΓΕΡΑΚΟΣ, ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ και ΜΠΑΚΑΛΗΣ, όπως ο τελευταίος ανοίγει ξανά
την τζαμωτή πόρτα του μαγαζιού του, που ο Γεράκος, στο βάθος, είχε κλείσει
πίσω του: Αυτό πια… από τ” άγραφα!
ΖΑΝ: Αυτό πια… από τ” άγραφα. (Στον Μπερανζέ) Εσύ, τον είδες;
(Ο θόρυβος που έκανε ο ρινόκερος και τα μουγκρίσματά του ακούγονται όλο
και πιο μακρινά. Όλοι όμως, όρθιοι, παρακολουθούν με τα μάτια το θηρίο,
εκτός απ” τον Μπερανζέ, που παραμένει πάντα καθιστός και απαθής)
ΟΛΟΙ, εκτός απ” τον Μπερανζέ: Αυτό πια… από τ” άγραφα.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ζαν: Ναι, μου φάνηκε πως ήταν κάτι σαν ρινόκερος. Μας
έπνιξε στη σκόνη! (Βγάζει το μαντίλι του και φυσάει τη μύτη του)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Αυτό πια… από τ” άγραφα! Μου “κοψε τη χολή!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, στη Νοικοκυρά: Το καλαθάκι σας… τα ψώνια σας… (Ο Γεράκος
πλησιάζει τη Νοικοκυρά, σκύβει, μαζεύει τα ψώνια που είναι σκορπισμένα
γύρω της, και τη χαιρετάει ευγενικά βγάζοντας το καπέλο του)
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Πρωτοφανές… τι άλλο Θα δούνε ακόμα τα μάτια μας
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Πρωτάκουστο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Θα θέλατε να μου επιτρέψετε να βάλω ένα χεράκι, να μαζέψουμε
τα ψώνια σας;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Γεράκο: Σας ευχαριστώ πολύ, κύριέ μου, μόνο, σας
παρακαλώ, φορέστε το καπελάκι σας. Α παπαπά! Ακόμα τρέμω.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Η τρεμούλα είναι δείγμα παραλογισμού, πρέπει να τη
συγκρατεί η λογική.
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Πάει, χάθηκε, δεν τον βλέπουμε πια!
ΓΕΡΑΚΟΣ, στη Νοικοκυρά, δείχνοντας τον Σοφολογιότατο: Ο φίλος μου από
δω είναι φιλόσοφος, ορθολογιστής!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Εσύ κατάπιες τη γλώσσα σου;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Καλέ είδατε τι γρήγορα που τρέχουνε κάτι τέτοια ζωντανά!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Σοφολογιότατο: Χαίρω πολύ για τη γνωριμία σας, κύριε.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, στον άντρα της: Αχ, καλά να τα πάθει! Για να μάθει η
ξιπασμένη, άλλη φορά, να ψωνίζει από μας!
ΖΑΝ, στον Καφετζή και την Γκαρσόνα: Εσείς τι λέτε για όλα αυτά;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Ευτυχώς που δεν πήδησε από την αγκαλιά μου, το χρυσό μου.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, από το παράθυρο, σηκώνοντας τους ώμους: Τέτοια θεάματα,
πολύ σπάνια έχουμε την τύχη να τα απολαύσουμε!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Σοφολογιότατο, ενώ ο Γεράκος τής μαζεύει τα ψώνια: Θα
θέλατε, για μια στιγμούλα, να κρατήσετε το γατούλι μου;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ, στον Ζαν: Τέτοιο ρινόκερο, δεν ξανάδα στη ζωή μου!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, στη Νοικοκυρά, παίρνοντας το γάτο στην αγκαλιά του: Δεν
φαντάζομαι να με γρατσουνίσει;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, στον Ζαν: Χάθηκε! Ούτε κομήτης να ήτανε.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Σοφολογιότατο: Τι λέτε, καλέ! Του έχω κομμένα τα
νυχάκια του, κομμένα. Και είναι ήμερο σαν αρνάκι. (Στους άλλους) Πάει και το
κρασί! Κι έχει φτάσει η τιμή του στα ουράνια!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, στη Νοικοκυρά: Κρασί έχω όσο θες. Και σε τιμή ευκαιρίας!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Εσύ, δεν μιλάς; Μουγκάθηκες;
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, στη Νοικοκυρά: Άσε την ποιότητα… Δέκα αστέρων!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ, στην Γκαρσόνα: Χάζεψες; Άντε, κουνήσου, σέρβιρε τους κυρίους.
(Δείχνει τον Ζαν και τον Μπερανζέ και τραβιέται από το παράθυρο)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ζαν: Δεν κατάλαβα, για ποιο πράγμα μου μιλάς;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, στον Μπακάλη: Τι κοιτάζεις; Άντε τρέχα να της φέρεις μιαν
άλλη μπουκάλα!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Μα, για το ρινόκερο… για τι άλλο να σου μιλήσω; Για το
ρι…νό…κε…ρο.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν, αλλά, από κρασί νέκταρ! Και σε πλαστικά
μπουκάλια που δεν σπάνε… (Μπαίνει στο μαγαζί του)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, χαϊδεύοντας στην αγκαλιά του τη γατούλα: Το καλό μου
το γατάκι…
ΓΚΑΡΣΟΝΑ, στον Μπερανζέ και τον Ζαν: Με τι θα ξεδιψάσω τους κυρίους;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στην Γκαρσόνα: Δύο κονιάκ!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Μάλιστα. Δύο κονιάκ, αμέσως (προχωρεί προς το καφενείο)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, όπως μαζεύει τα ψώνια, με τη βοήθεια του γέρου κυρίου: Αχ!
Είσαστε αξιαγάπητος, κύριέ μου!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Δύο κονιααάκ! (Μπαίνει στο καφενείο)
ΓΕΡΑΚΟΣ, στη Νοικοκυρά: Μα για σας θα “κανα τα πάντα, αγαπητή μου κυρία!
(Η Μπακάλισσα μπαίνει στο μαγαζί της)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, στο γέρο και στη Νοικοκυρά, που μαζεύουν τα ψώνια:
Τοποθετήστε τα μεθοδικά. Η μέθοδος είναι το παν.
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Σε ακούω… τι έχεις να πεις για το φαινόμενο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ζαν, μη ξέροντας τι να πει: Τι να πω… τίποτα… μας γέμισε
σκόνη!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, βγαίνει από το μαγαζί, κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Στη
Νοικοκυρά: Ορίστε, σας έβαλα και υπέροχα μπρόκολα !
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, χαϊδεύοντας πάντα το γάτο: Κούπεπέ, κούπεπέ! Το καλό
μου το γατάκι!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, στη Νοικοκυρά: Εκατό φράγκα παρακαλώ!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, πληρώνει τον Μπακάλη και γυρίζοντας προς τον Γεράκο, που
στο μεταξύ έχει ξαναβάλει όλα της τα ψώνια στο καλάθι: Αχ! Με
καταϋποχρεώσατε! Αυτό Θα πει γαλατική ευγένεια! Οι σημερινοί νέοι είναι
γουρούνια όρθια!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, παίρνοντας τα χρήματα από τη Νοικοκυρά: Με το μπαρδόν,
αλλά, αν δεν έτρεχες στα Σούπερ Μάρκετ, δεν θα χρειαζότανε να περνάς το
δρόμο, κι έτσι δεν Θα είχες και δυσάρεστες συναντήσεις. (Γυρίζει και πάλι στο
μπακάλικο)
ΖΑΝ, που έχει ξανακαθίσει, αλλά δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται το
ρινόκερο: Πρωτοφανές! Απερίγραπτο!
ΓΕΡΑΚΟΣ, σηκώνει το καπέλο του και φιλώντας το χέρι της Νοικοκυράς:
Κυρία μου, με κάνατε πανευτυχή με τη γνωριμία σας!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Σοφολογιότατο: Σας ευχαριστώ αφάνταστα, κύριε, και εκ
μέρους του γατούλι μου! (Ο Σοφολογιότατος ξαναδίνει το γάτο στη
Νοικοκυρά. Η Γκαρσόνα
έρχεται με τα ποτά)
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Τα κονιακάκια σας, κύριοι!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Τι να σον πω! Είσαι αδιόρθωτος!
ΓΕΡΑΚΟΣ, στη Νοικοκυρά: Θα μπορούσα να σας συνοδεύσω για λίγο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ζαν, δείχνοντας την Γκαρσόνα που ξαναμπαίνει στο
καφενείο: Λάθος κατάλαβε …Εγώ της ζήτησα δύο αναψυκτικά! (Ο Ζαν σηκώνει
τους ώμους του περιφρονητικά, σαν να θέλει να πει «Καλά, σε πιστέψαμε»)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Γεράκο: Δυστυχώς, με περιμένει ο σύζυγός μου, αγαπητέ
μου κύριε. Σας ευχαριστώ! Με συνοδεύετε μιαν άλλη φορά!
ΓΕΡΑΚΟΣ, στη Νοικοκυρά: Το ελπίζω από τα βάθη της καρδίας μου, αγαπητή
μου κυρία…
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, στον Γεράκο: Παρομοίως, κύριε. (Του κάνει τα γλυκά μάτια και
ύστερα φεύγει αριστερά)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έλα, η σκόνη κατακάθισε… (Ο Ζαν ξανασηκώνει τους ώμους του)
ΓΕΡΑΚΟΣ, στον Σοφολογιότατο, κοιτάζοντας τη Νοικοκυρά όπως προχωρεί: Τι
γυναίκα!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Ακόμα δεν μπορώ να συνέλθω. Ένας ρινόκερος! (Ο
Γεράκος και ο Σοφολογιότατος προχωρούν αργά προς τα δεξιά, απ” όπου θα
βγούνε και από τη σκηνή. Κουβεντιάζουν ήρεμα)
ΓΕΡΑΚΟΣ, στον Σοφολογιότατο, ρίχνοντας μια τελευταία μάτια προς το
μέρος της Νοικοκυράς: Σαν φρεγάδα με ολάνοιχτα πανιά, έτσι;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Θα σας αναλύσω το συλλογισμό μου…
ΓΕΡΑΚΟΣ: Αλήθεια; Ανυπομονώ να τον ακούσω!
ΖΑΝ, στον Μπερανζέ: Προσπαθώ, μα δεν καταφέρνω να συνέλθω… Το θεωρώ
απαράδεκτο! (Ο Μπερανζέ χασμουριέται)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ, στον Γεράκο: Ένας συλλογισμός συμπεριλαμβάνει το
κυρίως θέμα, το δευτερεύον και φυσικά το συμπέρασμα.
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ποιο συμπέρασμα; (Ο Σοφολογιότατος και ο Γεράκος βγαίνουν)
ΖΑΝ: Αρνούμαι! Αποκλείεται, αδυνατώ να το ξεπεράσω!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, στον Ζαν: Αυτό το βλέπω.. είναι ολοφάνερο… ρινόκερος.
Μάλιστα, αγαπητέ μου, πέρασε ένας ρινόκερος!… Αλλά τώρα πάει… πάει,
χάθηκε!
ΖΑΝ: Μα καταλαβαίνεις τι λες; Είναι ανήκουστο! Περιφέρεται στην πόλη μας
ένας ρινόκερος. Ένας αδέσποτος ρινόκερος! Και εσύ το δέχεσαι σαν να μην
τρέχει κάστανο; Μα είναι κάτι, Θα έλεγα, ανεπίτρεπτο. (Ο Μπερανζέ
χασμουριέται) Βάζε τουλάχιστον το χέρι σου μπροστά στο στόμα, κακομοίρη
μου, όταν χασμουριέσαι.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλά… το ξέρω… Έχεις δίκιο. Θα “πρεπε να απαγορεύεται. Είναι
κάτι επικίνδυνο. Ένας ρινόκερος δεν είναι παίξε-γέλασε. Αυτό δεν το “χα
σκεφτεί… Μην ανησυχείς όμως, πάει, χάθηκε τώρα πια!
ΖΑΝ: Θα “πρεπε να διαμαρτυρηθούμε στις Κοινοτικές αρχές. Γιατί τις έχουμε
τις κοινοτικές αρχές; Για φιγούρα;

Philippe Glass violin concerto 3mvt

Εδώ σας αποχαιρετώ, καλή εβδομάδα και ανάγνωση.


¹Ρινόκερος ονομάζεται κάθε μέλος της οικογένειας Ρινοκετίδαι. Είναι ογκώδες φυτοφάγο θηλαστικό της Ασίας και της Αφρικής που στο πάνω ρύγχος του έχει ένα ή δύο κέρατα. Ο ρινόκερος έχει σχεδόν άτριχο σώμα με πόδια κοντά και χοντρά μοιάζοντας με τον ελέφαντα και τον ιπποπόταμο.
Ο ρινόκερος με δύο κέρατα, το ένα πίσω από το άλλο, ονομάζεται και αφρικανικός ή μαύρος και είναι ο μικρότερος του είδους με μήκος 3-3,75 μέτρα, ύψος 1,5 μέτρα και βάρος 2 τόνους. Το πιο μακρύ από τα 2 κέρατα φθάνει τα 1,30 μέτρα. Είναι ο πιο επιθετικός του είδους, μοναχικός και δύστροπος, ενω επιτίθεται όταν διαταραχθεί η ησυχία του. Ο πλατύρρινος, γνωστότερος ως λευκός, είναι ο μεγαλύτερος του είδους, με μήκος που φτάνει τα 4 μέτρα, ύψος τα 2 μέτρα και βάρος τους 3 τόνους. Φέρει επίσης δύο κέρατα, το χείλος του όμως είναι πλατύ, αντίθετα με τον «μαύρο» ρινόκερο του οποίου είναι μυτερό σαν προβοσκίδα, ο ίδιος βρίσκεται δε στις περιοχές της Νοτίου Αφρικής. Χαρακτηρίζεται ως πιο κοινωνικός, ζει σε μικρές ομάδες και είναι σπάνια επιθετικός. Το χρώμα του δέρματος και των δύο ειδών είναι γκριζωπό και δεν σχετίζεται με την ονομασία τους. Χαρακτηριστικό των αφρικανικών ρινόκερων είναι η συμβίωση τους με ένα είδος πτηνού, τους βουφάγους, που τρέφονται με παράσιτα του δέρματος.
Ο ασιατικός ρινόκερος συναντάται σε τρία διαφορετικά είδη. Ο ινδικός ρινόκερος αποτελεί το πλέον τυπικό είδος με ένα κέρατο, και βρίσκεται διασκορπισμένος στις περιοχές της Ινδίας, ενώ ελάχιστοι υπάρχουν στην Κεντρική Κίνα. Διαθέτει μήκος περίπου 3,9 μέτρα και βάρος περίπου 3 τόνους. Ο ρινόκερος της Σουμάτρας ή βοδάκ, είναι ο μικρότερος του είδους με μήκος 2,80 μέτρα, ενώ διαθέτει δύο κέρατα μικρότερα του αφρικανικού. Το τρίτο είδος, ο ρινόκερος της Ιάβας, είναι λίγο μικρότερος από αυτόν της Ινδίας και φέρει ένα κέρατο. Οι ρινόκεροι της Σουμάτρας και της Ιάβας είναι τα πιο σπάνια είδη και μπορεί να τα συναντήσει κανείς σε προστατευόμενα πάρκα και ζωολογικούς κήπους όπου γίνονται και προσπάθειες αναπαραγωγής τους.
Ο θηλυκός ρινόκερος γεννά ένα μικρό ύψους 65 εκατοστών και βάρους 65-70 κιλών, μετά από 15 μήνες κυοφορίας. Ο μέγιστος χρόνος ζωής του ρινόκερου είναι τα 50 χρόνια.

Επόμενο άρθρο Δευτέρα 20/9/2010

About these ads

7 thoughts on “Ευγένιος Ιονέσκο «Ρινόκερος»

    • Με την εμπειρία των περασμένων αιώνων και τις επαναλήψεις αυτού, τολμώ να πω, ότι ο «άνω θρώσκων», μάλλον δεν έχει σχέση, μεγάλη, με τον χαρακτηρισμό!
      Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο.
      Αρκετές οι φορές που αυτό το «μοίραμα» της μουσικής, είναι ευεργετικότερο για εμέ, παρά η ατομική απόλαυση που χαρίζει!

  1. …με όλο το μεγαλείο…μιας ύπαρξης…που » ἄνω θρώσκει»!…Εξαιρετικά όλα!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s